Fairytale Gone Bad

December 29th, 2007

Υπάρχουν οι ανθρωποι που αξίζουν κι εκείνοι που κοστίζουν όσο ένα καλσόν. Το δικό μου. 4,80 ευρώ. Με το που πέφτει η κάφτρα του τσιγάρου επάνω τους, κάνουν τρύπα.
Δεν υπάρχει ο πρίγκηπας. Δεν υπηρξε ποτέ. Μην τολμήσει να με ξαναεπισκεφθεί στ’όνειρό μου. Ακούω “μόνο στα όνειρα”, απογοητευμένη. Κάποια στιγμή θα μου πουν οι φίλες μου “τον είδα, τη φίλησε πεταχτά”. Και τότε θα το παίξω άνετη. Κούλ. Κούλ μπέιμπε, κούλ. Όμως το καλσόν μου σκίστηκε, όπως και η ψυχή μου. Μ’ένα τσιγάρο. Μ’ένα χορό. Σιχάθηκα. Σιχάθηκα τις αναμνήσεις μου, σιχάθηκα τον εαυτό μου, τα πάντα. Ήθελε να φύγει και το έκανε.
Θα το θυμάμαι αύριο, θα το θυμάμαι πάντα. Θέλω να βάλω τα κλάματα, όμως για πρώτη φορά, ξέρω ότι δεν αξίζει. Ούτε 4,80 ευρώ. Και χαίρομαι που το έζησα όπως το έζησα. Με τις ελπίδες, τα όνειρα, όλα αυτά. Θα είμαι πάντα το Κατερινάκι. Αλλά μόνο σ’αυτούς που αξίζουν να φτάσουν βαθιά μου. Είτε σαρκικά, είτε ψυχικά, είτε όπως στο διάολο το ονομάζει ο καθένας. Don’t Know Any Better, μόνο για μένα και για το Βασίλη το φίλο μου που γιόρταζε και του αρέσει αυτό το τραγούδι. Και εκεί που λέει “falling for you” μπορεί να μου ρχεται να δακρύσω, αλλά –ρε πούστη- δε θα το κάνω..
Αν έκανε κι ο πρίγκηπας κάτι καλό, ήταν να αγαπήσω τον εαυτό μου και να πιστέψω σε ό,τι μου έλεγε.. Ότι είμαι το καλύτερο πλάσμα που έχει γνωρίσει..
Δάκρυσα. Για πάρτη μου όμως. 32 δευτερόλεπτα το ρεφραίν που με ξυπνάει, το ρεφραίν που χτυπούσε το κινητό μου ως τώρα. Από το “τραγούδι μας”. Εγώ το έκανα δικό “μας”. “Σε λατρεύω” ρε μαλάκα, όπως μου το ‘λεγες εσύ. Σε λατρεύω. Κι ας μην υπάρξεις ποτέ.

Σκέφτομα αυτό που λένε όλοι οι “απέξω”, να γράψω βιβλίο, μια ιστορία. Τί να γράψω; Τι να πρωτογράψω; Όταν πονάς, δε σκέφτεσαι ότι οι άλλοι το βλέπουν σαν τέχνη αυτό που κάνεις. Δεν καταλαβαίνεις και δεν πιστεύεις ότι από αυτό θα μπορούσες να ζείς, να βγάζεις λεφτά. Ποιος τα γαμάει τα λεφτά; Πονάω. Κάτι που ήλπιζα πως υπάρχει, πέθανε. Τελείωσε. Και, γαμώτο, κλαίω για κάτι που δεν υπήρξε ποτέ. Αυτό είναι το χειρότερο.

Έπαιζε το Chasing Cars όταν του είπα ότι τον αγαπάω. Και μου είπε “ξέρεις πόσο σκεφτόμουν κι εγώ να σ’το πώ;” Ναι, πριγκηπάκο μου.. Ναι, ξανθέ μου πρίγκηπα, δε το είπες, όμως. Δε θα το έλεγες ποτέ. Ακόμα κι αν ήξερες ότι την επόμενη μέρα θα πέθαινα. Από τον εγωισμό σου, από τη μαγκιά σου, από όλα αυτά που μας κάνουν να μοιάζουμε και να διαφέρουμε, για να ταιριάζουμε, τώρα ξέρω ότι δε θα το έλεγες. Εγώ στα λόγια, εσύ στην πράξη. Έτσι θα είναι πάντα. Η Νεφέλη θα με βάζει να λέω και να κάνω ό,τι νιώθω και στο τέλος θα μένω μόνη.

Σ’ευχαριστώ γιατί ήταν όμορφο ό,τι έζησα.
Αλλά μην τολμήσεις να ξαναρθεις στ’όνειρό μου.
Απλά μην τολμήσεις γαμώτο..

29.12.07. Δεν λέω τι ώρα είναι.. Ξημερώματα.

no title

December 23rd, 2007

Κάτι φορές δε σε φτιάχνουν ούτε τα τραγούδια, ούτε οι μπύρες, ούτε οι φίλοι. Θες να μείνεις μόνος. Να μη ζήσεις τίποτα, να πατήσεις Pause και να υπάρξει ησυχία. Έτσι νιώθω τώρα. Θέλω να μιλήσω, να πω όσα σκέφτομαι, όμως είναι πολύ μακριά η αγαπημένη μου φαντασία από την πραγματικότητα. Πλησιάζω στο να ανοιχτώ επιτέλους και μετά χάνονται όλα. Χάνεται η ουσία, οι σκέψεις.. Γίνονται ανθρώπινες σχέσεις, εξάρτηση. Πιάνομαι από τους άλλους κι όταν φεύγουν, γκρεμίζομαι. Πάλι κολλάει το μυαλό.. Σκέφτομαι να αφεθώ και να κοιμηθώ, να ξεκουραστώ. Αφού έτσι κι αλλιώς, όλα αυτά είναι αποτέλεσμα όλων όσων έζησα τη μέρα που πέρασε και χρειάζομαι ηρεμία. Αλλά και στον ύπνο μου φοβάμαι για το τι θα με περιμένει. Σε ποιον ψεύτικο κόσμο θα μπω απόψε; Ποιος φανταστικός άντρας θα μου κάνει συντροφια; Και ως πότε θα ονειρεύομαι ότι έχω τον Τέλειο να με λατρεύει; Αφού το βλέπω, το ξέρω ότι δεν είναι έτσι, γιατί συνεχίζω να το σκέφτομαι; Ποτέ δεν πρόκειται να υπάρξει αυτό το πλάσμα.
. . .
Ξαπλώνω μπρούμυτα, που είναι το αγαπημένο μου για να κοιμηθώ και όπως κλείνω τα μάτια, θέλω να νιώσω μόνη. Δεν περιμένω χαζές εκπλήξεις πια.
. . .
Η επόμενη μέρα. 23 Δεκεμβρίου, 18:57. Ήρθε ο κύριος στον ύπνο μου. Τον φίλησα στο μάγουλο και μου είπε “φιλικό;”.. Άρχισα να χτυπιέμαι μέχρι που ξύπνησα και πέρασαν ώρες μέχρι να ηρεμήσω. Τέλεια μέρα, ζεστή. Ο ήλιος έλαμπε και τα μαλλιά μου ήταν αχτένιστα και μπερδεμένα. Φτιάχτηκα όπως όπως, δούλεψα λίγο κι ύστερα βγήκα βόλτα στο Ναύπλιο. Σα να μην έζησα τίποτα. Το μόνο που μου άρεσε ήταν το ηλιοβασίλεμα. Εκεί, ναι, ένιωσα όμορφα, αλλά κράτησε πόσο; 10 λεπτά; Όσο κρατάει. Μια μελαγχολία, μία ανάγκη να πεθάνω στα γέλια. Αυτό έχω. Θέλω να γελάσω. Όχι εις βάρος κάποιου, απλά να γελάσω.
Δε θα αντέξω να μείνω μόνη. Δε θα αντέξω ποτέ ξανά.

Lil Prince, where are you?

December 22nd, 2007

Είναι οι μέρες των δώρων. Κάποτε χαιρόμουν αν μου έπαιρναν οι γονείς μου κάτι για τα Χριστούγεννα. Τώρα χαίρομαι περισσότερο όταν δίνω εγώ δώρα στους άλλους. Περίεργο. Κι όμως μ’αρέσει να κάνω τους άλλους να χαμογελούν πρώτοι. Αυτό κάνει εμένα χαρούμενη. ‘Η όταν μου πειράζουν το κεφάλι και ανακατεύονται τα μαλλιά και με λένε χαζούλα. Τόσο πολύ χαίρομαι!..
Χάνομαι όμως πάλι.. Σκέφτομαι όσα έζησα τις τελευταίες μέρες. Τόσα πολλά συναισθήματα και εγώ πλέον τόσο άδεια. Τί κάνεις όταν δεν ξέρεις ΤΙ ΑΛΛΟ να κάνεις; Νιώθεις ότι τα έχεις δοκιμάσει όλα, να σώσεις και να σωθείς, και πάντα γίνεται όλο και πιο περίπλοκο. Δεν μπορείς να το αντιμετωπίσεις. Σα να πίνεις και να μην μπορείς να περπατήσεις. Να θες, αλλά να μην μπορείς, να μη σε αφήνει κάτι σαν ένστικτο. Γιατί ξέρεις μέσα σου ότι αν κάνεις ΕΝΑ βήμα, θα πέσεις. Και να συνεχίσεις να πίνεις και μετά να κοιμάσαι.
Και να έρχεται στον ύπνο σου ο πρίγκηπας που σε ταλαιπωρεί κανά μήνα και σε λέει “Καίτη” και σε έχει στην αγκαλιά του. Και πρόσωπο δεν έχει. Έχει μια μυρωδιά οικεία μόνο σε μένα. Ένα χρώμα στο δέρμα, που με καλεί κοντά του να το γευτώ. Κάθε επόμενη φορά είναι όλο και πιο καλός.
Δε το πιστεύω ότι έχω κάποιον στη σκέψη, στη φαντασία μου και ζω μαζί του ένα μεγάλο έρωτα ενώ κοιμάμαι..
22 Δεκεμβρίου και πλέον δεν μετράω τις μέρες. Δε θέλω να φύγω. Δε θέλω να φεύγω, δε φοβάμαι, δεν πονάω όπως παλιά.
..Κολλάω. Δεν ξέρω τί να γράψω. Στερεύω. Νιώθω σαν κάποιος να μου έχει ρουφήξει το μυαλό. Υπάρχουν σκέψεις που δε μπορώ να πω, δε μπορώ να γράψω. Μόνο πράξεις θα μπορούσα να τις κάνω. Ξαφνικά μετράνε οι πράξεις. Εκεί που μόνο έγραφα, κάτι κάνω. Κάνω μάλλον πολλά. Μετακινούμαι, ψάχνω, μιλάω, χαμογελάω, προκαλώ, περιμένω. Ζω. Κλείνω τα μάτια μου και συνειδητοποιώντας πόσο μόνη έμεινα, θυμάμαι τα λόγια των φίλων που έρχονται και φεύγουν να λένε “όποτε με χρειαστείς θα είμαι εδώ”. Όλα αυτά τα ψέματα, “πάρε τηλέφωνο να πάμε για καφέ”. Και το τηλέφωνο δεν απαντάει. Και σταματάς να περιμένεις, να ελπίζεις ότι θα χτυπήσει η πόρτα και θα μπει η πρώην κολλητή σου να σε αγκαλιάσει ή ότι θα χτυπήσει αυτό το ρημαδιακό τηλέφωνο. Και με τα μάτια κλειστά, περνάς το δεξί σου χέρι πίσω να πιάσει την πλάτη και το αριστερό να ακουμπήσει στο δεξί ώμο. Και έτσι κανεις αγκαλίτσα τη Νεφέλη. Και περιμένεις να κοιμηθεις, να ζήσεις λίγο τον πριγκηπάκο σου.

Άσπρο ή μαύρο

November 21st, 2007

Διπρόσωποι. Μαύρα και άσπρα χαρτιά πεταμένα στη φωτιά. Πεταμένα στη θάλασσα, πεταμένα στον αέρα.. Τα άσπρα γράφουν “ΣΥΓΓΝΩΜΗ” και τα μαύρα “ΣΕ ΜΙΣΩ”. Έπιασα όσα μπορούσα και τα διάβασα..
Τόσο μίσος στα χέρια μου είχα καιρό να νιώσω. Τσαλάκωσα όσα μαύρα μπόρεσα και τα έριξα στη φωτιά. Στις σπίθες και στον καπνό της ξεπετάγονταν σαν καμένο καλαμπόκι νέα λευκά χαρτιά που έφταναν ως τον ουρανό και έγραφαν “ΣΥΓΓΝΩΜΗ”.. Παγίδα. Ήμουν σίγουρη ότι από την πίσω πλευρά, που δεν έβλεπα, ήταν μαύρο. Θα έπεφταν πάνω μου και θα κολλούσαν στο στήθος μου να με ξεκάνουν. Το γκρίζο τοπίο σκούραινε με το χρόνο και το μόνο χρωματιστό που είχε μείνει ήταν τα χείλη μου. Ροζ, θαμπά, ξεφλουδισμένα σχεδόν, μισά απ’το παλιό τους σχήμα, έμεναν να μου θυμίζουν ότι κάποτε ήμουν ευτυχισμένη.
Στη μέση του πουθενά και παραδομένη στον χάρτινο κόσμο μου, ξαπλώνω στην άμμο και κοιτάζω τον ουρανό, που τώρα ο ήλιος του δε φαινόταν. Εκατομμύρια χαρτιά σκέπαζαν τον κόσμο αυτό και όλα έγραφαν ΣΥΓΓΝΩΜΗ. Έβγαλα το παιχνιδάκι μου από την τσέπη της ζακέτας και άρχισα να κάνω φούσκες με την ελπίδα ότι κάτι θα άλλαζε στα μάτια μου. Ο αέρας όμως φυσούσε δυνατά και στο πρώτο “φου” δεν έγινε τίποτα.. Το σαπούνι στο μπουκαλάκι μου μαύρο. Ξαναφυσάω, ξαναφυσάω.. τίποτα. Βουτάω ξανά το πλαστικό βουρτσάκι στο σαπούνι και φυσάω πάλι..
Στο γεμάτο χάρτινο ουρανό μου υπήρχε και ένα μαύρο χαρτί τώρα.. Ένα δικό μου μαύρο.. Ίδιο με εκείνα που έκαιγα πιο πριν..Όσο απομακρυνόταν από μένα, τόσο μεγάλωνε.. Και μεγάλωνε.. Πετούσε μακριά και τύλιγε στο σκοτάδι του όλα τα φωτεινα άσπρα που με είχαν περικυκλώσει. Η χαρά μου ήταν μεγάλη.. Ένιωσα τα χείλη μου να στεγνώνουν και η δίψα μου μεγάλωνε όσο σκοτείνιαζε ο ουρανός. Άγγιξα το στόμα με τα δάχτυλά μου και τα μαδημένα πλέον χείλια μου μού έδιναν αίμα. Ο αέρας με στέγνωνε ακόμα πιο πολύ τώρα και με το φύσημά του δεν ένιωθα πόνο. Το σκοτάδι δεν ήταν γκρίζο, ήταν μαύρο πια.
Κι εγώ ετυτυχισμένη που δε με κοροιδεύουν. Μπορούσα να εξαφανιστώ τώρα. Μπορούσα να κάνω ό,τι θέλω, τώρα που βλέπω την αλήθεια τους. Σηκώθηκα και γλείφοντας τα χείλη μου, ο άνεμος πήρε τη γλώσσα μου. Πόνεσα. Ήξερα ότι δε θα μπορούσα να ξαναμιλήσω.. Έβγαλα ένα στυλό και έκοψα ένα κομμάτι χαρτί από την παραλία. Ζωγράφισα έξι γιασεμιά και εκείνα πήραν την κατάλληλη μορφή να μοιάσουν αληθινά. Τα άφησα στην πόρτα της Δέλτα180788 και γύρισα στη θέση μου. Αφέθηκα στον άνεμο.. Ήθελα μέρες τώρα να εξαφανιστώ. Επιτέλους.. Δε ένιωθα τίποτα παρά μόνο κρύο.
Μετα από λίγο ξεφλούδισε το στόμα μου και κομμάτια του προσώπου μου έφυγαν.. Τα μαλλιά μου πέταξαν μακριά.. Τα νύχια μου ξεριζώθηκαν.. Έγινα σκόνη..
Ένα με την άμμο, ένα με τη θάλασσα.
Χάρτινη σαν ψέμα, ψέμα σαν συγγνώμη..

Κάτι

November 14th, 2007

Κάποιος έρχεται στον ύπνο μου και με λέει “Καίτη”.. Και με αγκαλιάζει και κάνουμε παρέα.. Κάτι γίνεται και δε νιώθω τόσο μόνη. Ό,τι κι αν είναι αυτό, με κάνει να χαμογελάω. Μακάρι να ρθει κι απόψε! Χιχι..

V-Sag - Plausibility

November 9th, 2007

Έκλεισα τα μάτια και σαν να κόλλησαν με τα δάκρυα, δεν ήθελα να τα ξανανοίξω. Ήταν τόσο μοναδική η στιγμή, σα να ήμουν σε τρένο ή λεωφορείο, έξω να έχει τον απογευματινό πορτοκαλί ήλιο να φαίνεται μέσα από τα δέντρα. Θα ‘ρθει αυτή η στιγμή, το ξέρω..

“Φύγε τώρα” να τα ανοίξω.
έτσι..

Help

November 6th, 2007

Hey there Delilah..
Αγαπημένη μου φίλη
Δεσποινάκι μου.
Χθες έκλαιγα. Θυμάσαι που σου το είπα; Ήθελα να φύγω. Είδες; Τα κατάφερα. Ήσουν εκεί, όλο το χειμώνα μαζί τα καταφέραμε.
Κι όμως τα προβλήματά μου δε λύθηκαν. Γιατί; Μου υποσχέθηκες.. όταν ανακατεύαμε τη σκόνη του μουφολάκτα καφέ στο καυτό νερό του βραστήρα που προηγουμένως καθαρίσαμε από τα άλατα για ακόμα μία φορά. Ακούγαμε Best. Εσύ στην αρχή με το ζόρι αλλά εκείνες τις ωρες που ήταν 4.30 και στο χωριό μας έπεφτε ο ήλιος, ανοίγαμε το παράθυρο και χαζεύαμε, ήταν τέλειο να ακούμε Best. Μιλούσαμε με τις ώρες και πάντα μου ζητούσες να πάμε βόλτα.
Θυμάσαι πόσες φορές είπα να τα παρατήσω; Πόσες άλλες με είδες να κλαίω που με πλήγωσαν και ποτέ δεν με άφησες. Κλαίω. (Και να σου πώ κάτι; Δεν το περίμενα να μου ρθει τόσο νωρίς. Στο κάτω κάτω ρε γαμώτο, υποτίθεται ότι προκαλώ συναίσθημα, όχι ότι παρουσιάζω! Αποτυχία είμαι!) Τελοσπάντων.. Θυμάσαι που με ‘πιανε η κατάθλιψη και δεν έφευγε με τίποτα; Πόσα τσιγάρα είχαμε κάνει εκεί πάνω στο έρμο το σπιτάκι της μαμάς και έβγαζα το παπλωματάκι έξω για να μη βρωμάει μετά..
Τότε σκεφτόμουν το μετά, όχι το τότε “τώρα”.. Περίμενα να έρθουν οι στιγμές που ζω τώρα, για να ζήσω πραγματικά. Και δεν έρχονταν, δεν περνούσαν οι μέρες. Κι όμως, χωρίς να το καταλάβω, πέρασαν, παρά τις ψευδαισθήσεις μου. Και ήρθε το μετά, το ζω.. τώρα. Και πώς είναι Δεσποινάκι μου;
Μου λείπουν όλα. Μου λείπουν πιο πολύ από ποτέ. Δεν μ’αρέσει αυτό που ζω, θέλω να φύγω. Μέσα σε ένα χρόνο έζησα την “υπομονή”, το “οι άνθρωποι έρχονται και φεύγουν”, όλα.. Φτάνω σε ένα σημείο να χτυπιέμαι από ό,τι αγαπώ και να αρρωσταίνω. Παιχνίδια δίκαιου και άδικου στο μυαλό μου. Ποιος φταίει; Ποιος μένει στο τέλος; Ποιος είναι ο νικητής και ποιος ο χαμένος; Σου ‘γραψα χθες κάτι και το ‘σβησα. Κάποιες φορές ό,τι και να γράψεις ο άλλος δε θα καταλάβει. Αρρωσταίνω. Το νιώθω, να δηλητηριάζομαι κάθε μέρα. Δεν ξέρω αν φοβάμαι ότι θα χάσω τα λογικά μου, που λένε, ή τον εαυτό μου. Αλλά κάτι χάνω, να ‘σαι σίγουρη. Τουλάχιστον έκανα πρόοδο. Γράφω σε σένα κι όχι στη Νεφέλη.
Η μαμά της έιναι άρρωστη. Και μου είπε, μόλις άρχισα να γράφω αυτό εδώ το πράγμα, ότι την είδε να κλαίει. Τώρα είναι στο γιατρό και δεν της λέει τί έχει.. Νιώθω και εγώ χάλια μαζί της. Βούρκωσα, μα δεν μπορώ να την πιέσω να μου πει άλλα.. Γιατί ούτε καν η ίδια δεν ξέρει άλλα..
Όσο χαλασμένη κι αν έιναι η σέλα του ποδηλάτου μου, έλα και θα ανέβω. Τ’ορκίζομαι ψυχή μου. Θα ανέβω κι ας σκοτωνόμουν μετά..
Και ξέρεις τί θα κάνουμε; Θα βάλουμε το φορητό cd player στο καλαθάκι σου και θα ακούμε στο δρόμο το “Hey There Delilah”.. Θες;

1/2Κατρίν
1/2Nεφέλη

Roses

October 14th, 2007

4:39. Πρωί, δυστυχώς.
Στο κεφάλι σου δεν υπάρχει τίποτα.
Ξαφνικά δεν έχεις κανέναν. Ο ένας είναι μακριά, οι φίλες σου για την πάρτη τους, οι υπόλοιποι κοιμούνται και εσύ απλά θες ένα τσιγάρο. Κλείνεις τα μάτια και διαλέγεις τυχαία κομμάτια στο iTunes. Είναι η ιδέα σου ή όλα σε ρίχνουν ακόμη περισσότερο;
Δεν ξέρεις αν είναι λογικό να βάλεις τα κλάματα ή όχι. Τί σημασία έχει, όμως; Μήπως θα σε δει κανένας να σε κατηγορήσει για ό,τι κάνεις; Η μαλακία είναι ότι το χάρισες το πακέτο, αλλιώς ξέρω πώς θα ηρεμούσες..
Ε, τουλάχιστον κάτι είναι και το γράψιμο.

Τώρα νυστάζεις ή δε νυστάζεις; Αποφάσισε!
Καλά πότε έγιναν έτσι τα χέρια σου; Σαν γριάς είναι μωρή.. Πλάκα κάνω, επειδή σήμερα είπες ότι φοβάσαι τα γηρατειά.

Πες μου μια εικόνα που σου ‘ρχεται στο μυαλό τώρα.
Ωραία, κρατάς ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα τα οποία αγόρασες μόνη σου. Και; Είναι κόκκινα, ε; Ε και τι πληροφορία είναι αυτή; Πες κάτι παραπάνω, κάτι άλλο!
Τα κρατάς σφιχτά λες και δεν έχουν αγκάθια, λες και δε θα τρυπηθείς ποτέ.. Μμ.. ρομαντικό μου ακούγεται..
Πες μου..
Κλαις; Ρε μαλάκα κλαις; Έλα, συνέχισε αυτό που έλεγες.. Έλα ρε χαζό, μην κλαις.. Σε παρακαλώ Κατερίνα..
Κατερίνα μου; Έλα εδώ να σε πάρω αγκαλίτσα.. Σσσς.. Σταμάτα ψυχή μου.. Δε θέλω να είσαι έτσι.. Σκέψου τα τριαντάφυλλα.. Ότι στα έδωσα εγώ.. Και δεν έχουν αγκάθια, τα έβγαλα για να μην πονέσεις.. Έλα καρδούλα μου, μη μου κλαις.. Μη, μη μιλάς.. Ούτως ή άλλως.. Δε μας ακούει και κανένας για να μιλήσεις. Χαζούλι μου.. Έτσι ντε, χαμογέλα μου! Λέρωσες και τα Σανέλ, χαζή! Γελάς, ε; Άσε και τα τριαντάφυλλα και τις χαζομάρες τώρα. Έχεις εμένα κι εγώ εσένα. Τί γελάς; “Εγώ είμαι εγώ”; Όχι.. εσύ είσαι εσύ κι εγώ είμαι εγώ! Όχι; Και πώς είναι; Εσύ είμαι εγώ; Κι εγώ είμαι εσύ; Με μπέρδεψα..
Ψέματα.
5:06.

Friends

October 14th, 2007

Σχέσεις.
Όχι απαραίτητα ερωτικές. Σχέσεις φιλικές. Από εκείνες που χτίζονται όχι σε μία στιγμή, αλλά σε διάρκεια μεγάλου διαστήματος.
Χρόνος.
Ο χρόνος τρέχει πολύ γρήγορα όταν αναφερόμαστε στις σχέσεις. Άλλοι δένονται γρήγορα και επιτυχώς κι άλλοι προσπαθούν να “τρυπώσουν” σ’αυτό που έχτισαν οι πρώτοι. Σα να ψάχνουν μια στέγη, μία παρέα ήδη φτιαγμένη να “χωθούν”.
Είναι δύσκολο. Είναι δύσκολο να αλλάξεις συνήθειες και τρόπο ομιλίας για να ταιριάξεις με κάτι που δεν είσαι. Είναι δύσκολο να μπεις σε μία σχέση και να θες να θεωρηθείς ίσος με τους πρώτους.
Πολλές φορές, οι φιλίες είναι σαν τους ερωτικούς δεσμούς. Κάποιοι θέλουν κάποιον τρίτο για μία-δύο φορές, για αλλαγή, για κάτι καινούργιο. Πάντα όμως θα είναι ζευγάρι και στους δύο τρίτος δε χωρεί. Ακόμη και ο τελευταίος το γνωρίζει αυτό και πληρώνει το τίμημα να μην καταλαβαίνει τον κώδικα τον δύο.
Άλλοι δέχονται τον τρίτο σε μία ελεύθερη σχέση όπου όλοι μοιράζονται κι όλοι επικοινωνούν στην ίδια γλώσσα. Έχουν διαφορετικές συνήθειες, αλλά αυτό δεν αφήνει κανέναν “πίσω”, μόνο του. Όλοι έχουν κάτι ενδιαφέρον και διαφορετικό να πούν χωρίς να φοβούνται τον χλευασμό των άλλων. Ο ένας αγαπά τη διαφορετικότητα του άλλου και τον βοηθά να τη διατηρήσει, όχι να τον κάνει ίδιο με τον εαυτό του.
Είναι λυπηρό να είσαι ο τρίτος σε μία σχέση όπως η πρώτη. Σε μία φιλία, που νόμιζες ότι ένιωσες να έχεις. Είναι τραγικό να πιστεύεις ότι πρέπει να γίνεις κάτι ίδιο με εκείνους, για να προσέξουν περισσότερο τι λες, για να γελάσουν με το αστείο σου, για να σε υπερασπιστούν σε μία άποψη.
Εσύ.
Εσύ να μην αλλάξεις για κανέναν. Αν είσαι κάτι άλλο, το χρωστάς μόνο σε σένα και σε όσα έχεις ζήσει. Δεν σου αξίζει να εξισώνεις τον εαυτό σου με κάτι άλλο.
Είσαι κάτι άλλο, το.

Love me

October 12th, 2007

Σ’αγαπάω

Έμεινα να χαζεύω πως μ’αγαπάω πολλά λεπτά. Άκουσα και το τραγούδι που πάντα μου φτιάχνει τη διάθεση (“Για σένα”-Μ.Χ.) και ήμουν έτοιμη να κλάψω.
Δεν έπεσε ούτε δείγμα δακρύων, λέμε. Αυτό, που όταν περιμένεις κάτι να γίνει δε γίνεται ποτέ, πάντα με εκνεύριζε. Είχα μπει στο κλίμα, περίμενα να βραχώ!
Αυτό το “σ’αγαπάω” όμως ήταν, και είναι, τόσο μεγάλο που δε μ’αφήνει να δακρύσω. Δε μ’αφήνει γενικά να αντιδράσω.. Είναι αστείο να το γράφω εγώ στον εαυτό μου και είναι τραγικό το κατά πόσο πέτυχε αυτό που σκέφτηκα να κάνω..
Θα μπορούσα να είχα κάνει αυτό που πρώτο μου ήρθε στο μυαλό: Να γράψω βρισιές και να μου περάσουν όλα. Άσε όμως που έτσι θα ένιωθα και τις τύψεις ότι είμαι η κακιά της υπόθεσης και δεν είναι σωστό να μιλάω και να σκέφτομαι έτσι και και και..
Όχι, όχι.. Μ’αγαπάω και πέτυχε κιόλας! Δε το ΄ξερα η άμοιρη να το γράφω πιο συχνά..

    About

    Το μπαρμπουνάκι δημιουργήθηκε για να μπορώ να εκφράζω τις σκέψεις μου με τον καλύτερο τρόπο που ξέρω. Μπορεί να είναι μελαγχολικό, όμως με βοηθάει να ξεπερνώ τις δύσκολες στιγμές μου όσο πιο ανώδυνα γίνεται.

    Blogroll
    Admin