Κάτι μυρίζει

April 12th, 2009

«Δεν ξέρω τί να γράψω». Το googlαρα, έβγαλε αρκετά, αστεία αποτελέσματα. Πλέον, λογικά, είμαι μέσα σ’αυτά. Ε ναι λοιπόν, δεν ξέρω τί να γράψω. Δυο μέρες τώρα, μπορεί να πιάνει κ βδομάδα δηλαδή, δεν ξέρω, θέλω να γράψω, αλλά δεν ξέρω τί.
Μάλλον θα καταλήξω στο γνωστό ημερολογιακό γράψιμο. Αυτό που λες για το τί πέρασες τις τελευταίες μέρες, ώρες, κτλ..
Φταίει, τελικά, φταίει. Εκείνη η μυρωδιά, που περνάει στη μύτη μου κ αναγκάζει το κεφάλι μου να γέρνει προς τα πίσω. Κι ο ουρανός να ‘ναι γαλάζιος κ να μη βλέπω ίχνος νέφους κ βρώμας. Μόνο πάνω στα αυτοκίνητα κάτι φορές, μικρή ζωγράφιζα εκεί. “Μικρή είσαι ακόμα”. Ακόμα ζωγραφίζω. Κι αφήνω τη καφέ σκόνη στα ρούχα μου, να μου θυμίζει αυτή τη μυρωδιά. Κι αυτή η μυρωδιά από μόνη της μού θυμίζει τα μαντηλάκια, τα ξεβαφτικά. Ψάχνω να βρω στη συσκευασία το άρωμα που κανονικά θ’αναγραφόταν κάπου. “Άρωμα απ’το παρελθόν σου” ή απλά “γαρδένια”, “γιασεμί” ή κάτι με πέταλα τελοσπάντων κ δίπλα ίσως μία μικρή εικόνα του άνθους. Τίποτα όμως. Το χαίρομαι να ξεβάφομαι γιατί κάτι μου θυμίζει.
Ένα γαλάζιο παντελόνι φορούσα, νομίζω ήταν Αύγουστος. Δε θυμάμαι χρονιά, αλλά αν το στύψω, θα θυμηθώ σίγουρα. Πάντως δεν έχει σημασία. Σε ένα βαρκάκι καθόμουν, το ‘χανε παρατήσει έξω μήνες, μπροστά ακριβώς από το ξύλινο αρχαίο παγκάκι, κάτω απ’το σπίτι μου. Η παρέα μαζευόταν εκεί. Κάποιον θα “αγαπούσα” τότε, εκεί κάθε βράδυ, όλες οι μέρες ίδιες. Ολόιδιες. Τόσο συνηθισμένη η μυρωδιά της θάλασσας, των λουλουδιών της σπαστικής γριάς γειτόνισσας, του φαγητού “της ώρας όλα” απ’τις ταβέρνες, που ποτέ άλλοτε δεν είχα ανάμνηση ίδια. Η σκύλα μου στη θάλασσα, έκανε μπάνιο. Δεκάδες Αθηναίοι να τρώνε κ να ακούν τη ζωντανή μουσική να βγαίνει από τα δάχτυλα κ την κιθάρα του θείου μου. Όλους “Αθηναίους” τούς λέμε. Τους επισκέπτες. “Είμαστε αλάνια, διαλεχτά παιδιά μέσα στην πιάτσα” κι όλα αυτά συνηθισμένα. Κάθε βράδυ, κάθε παρασκευή, κάθε τετάρτη κ σάββατο η ίδια ιστορία.
Το γαλάζιο παντελόνι μου εκείνο το βράδυ λερώθηκε με αίμα. Έφαγα κι ένα χαστούκι απ’τη μάνα μου όταν της το ‘πα. Είναι έθιμο, λέει. Ήμουν ευτυχισμένη, σκεφτόμουν ότι επιτέλους θα ξυπνήσει το σώμα μου κ για να το πω τελείως ωμά, έλεγα ότι θα γίνω γυναίκα, θα έχω βυζιά. Μέχρι τότε ήταν πλάκα τα γαλόνια.
Το σώμα μου ήταν σα στέκα. Αδύνατο, ίσιο, μαύρο από τον ήλιο. Τα μαλλιά μου πάντα λιγδωμένα, πρόκα. Μαύρα στη ρίζα, ξανθά στις άκρες. Το άνοιγμα στα δόντια μου ήταν πιο μεγάλο. Αν κρατούσα νερό στο στόμα κ το πίεζα θα πεταγόταν από εκεί ανάμεσα σαν από νεροπίστολο.
Από εκεί κ πέρα άρχισα να πονάω. Να βλέπω αλλιώς τα πράγματα. Να καταλαβαίνω κ να κάνω πως δεν. Να γράφω, να ονειρεύομαι. Να μυρίζω. Να θυμάμαι. Κ τώρα οι πορτοκαλιές από κάτω, μου θυμίζουν όλα τα Πάσχα κ όλα τα καλοκαίρια που έχω ζήσει. Κι ας είναι όλα καρμπόν. Καμιά φορά όταν βάζω στην πόρτα το κλειδί κ περπατάω στις μύτες για να μην ακουστεί το τακούνι, ρουφάω μία τελευταία πριν μπω στο βρωμερό σπίτι μου. Κ γίνομαι κυνική. Μου θυμίζει τόσο το Πάσχα, την περιφορά, που περνάμε μέσα από τα στενά στο χωριό κ ψάλλουμε, που το άρωμα του άνθους μού φέρνει την εικόνα του επιταφίου.
Κι έχω μια γεύση από χθες, μάλλον απ’το τσιγάρο. Δεν είναι η σαπίλα, κάτι καλό έβαλαν σε αυτό το πακέτο. Κάτι μένει στη γλώσσα μου με απροσδιόριστη, εθιστική γεύση που ποτέ δε το ‘χα ξανανιώσει.
Κ φτάνει η στιγμή που θ’αλλάξω ρούχα κ θα ‘μαι πάλι κάτω. Κ θα ‘ναι Πάσχα, μα δε θα είναι το ίδιο. Ο θείος δε θα παίζει κιθάρα, η παρέα δε θα ‘ναι στο παγκάκι. Το βαρκάκι δε θα ‘ναι σε εκείνη τη θέση. Η μυρωδιά απ’τα άνθη θα είναι έντονη, δε θα την αντέχω, δε θα την έχω συνηθίσει. Η λαχτάρα να έβλεπα το αγόρι που μ’αρέσει, θα ‘ναι η λαχτάρα να πιω μια μπύρα με θέα το νησάκι. Δεν θα πάω στην περιφορά. Δε θα καπνίσω. Δε θα φορέσω στενό φορεματάκι κ χαμηλά μαύρα παπουτσάκια από λουστρίνι.
Το σώμα μου γέμισε κύκλους κ σχήματα. Η ανάσα μου βρωμάει κ φοράω αρώματα φτιαχτά. Το δέρμα μου είναι κίτρινο κ τα μαλλιά σκούρα.
Αυτή η μύτη μου όμως έμεινε ίδια.. Κι αγαπάει ό,τι μυρίζει κ θυμίζει […].

Για το Βαγγέλη,
για όσα μου έδωσε χωρίς να το καταλάβει.

Στο μετρό Αιγάλεω δεν πληρώνεις εισιτήριο

March 13th, 2009

Στο μετρό του Αιγάλεω δεν πληρώνεις εισιτήριο.
Σύνταγμα, μ’αρέσει το φως στο συντριβάνι. Κάπου εκεί, δίπλα στα skater boys, είναι στημένο ένα σπιτάκι. Δε θυμάμαι τί έλεγε, αλλά δε με ενδιέφερε κ τόσο. Κανείς μέσα, γραφεία. Πολύς ο κόσμος, κατευθυνόμενος προς Ερμού. Πολύς ο κόσμος που κατέβαινε κ τα σκαλιά για το μετρό. Βγάζω εισιτήριο, χαιρετάω τη φίλη μου κ κατευθύνομαι προς ‘Αιγάλεω/Εθνική Άμυνα’. Ώπα; Πολύ καθαρό, άσπρο το φόντο στην επιγραφή. Μάλλον το άλλαξαν από ‘Αεροδρόμιο’. Ναι, αυτό έγινε. Συνεχίζω.
Σκέφτομαι ότι δεν έχω κινητό. Τί ωραία που είναι, δεν έχεις εκείνο το άγχος ‘τί ώρα είναι;’, ‘με κάλεσε κανείς;’, τίποτα. Τουλάχιστον δεν έκλεψαν τη μηχανή μου. Αν είχα μπροστά μου τον ξεδοντιάρη που μου το βούτηξε θα τον άρχιζα με την LiFO, ορκίζομαι! Τί θα κάνω τόση ώρα στο μετρό; Βαριέμαι τις διαδρομές. Βρίσκω θέση να περιμένω τα 3’ για να πλησιάσει το τρενάκι. Γεμάτος ο χώρος, πνίγομαι σχεδόν.
Διαβάζω 123 λόγους να αγαπάς το κολωνάκι. Too gay for me, πολύ διαφήμιση, προτιμώ την άλλη πλευρά. Παρ’όλα αυτά, συνέχιζω να διαβάζω. Το τρενάκι έφτασε, τσακίζω τη σελίδα κ βουρ να βρω θέση. Μισώ το όρθιο, αν κ έχω καλή ισορροπία. Τέλεια, είναι το ροζ τρενάκι, με τις υπέροχες θέσεις που σου ανακουφίζουν την πλάτη. Κάθομαι όσο πιο κολλητά μπορώ στο κάθισμα, να απολαύσω την εφημερίδα μου. Βαριέμαι.
Επόμενη στάση: Κεραμεικός. Αχ, φτάνουμε. Τί ακούω, όμως; Μια γνώριμη φωνή, απλή. Ορθοφωνία δεν έχει κάνει. Κάτι εξιστορεί, κάτι άσχημο. Κάτι που δεν έχω ιδέα πότε έγινε. Κάτι για μια κοπέλα. Δεν προλαβαίνω να καταλάβω, αλλάζω σελίδα μα δε τη διαβάζω. Το βλέμα μου πέφτει στην τσάντα της κοπέλας απέναντί μου. Τί να έγινε; Είδα αρκετούς μπάτσους στο δρόμο, ο ταξιτζής με προειδοποίησε, είπε κ για μια ληστεία στο τηλέφωνο σ’έναν άλλο ταριφά, αλλά πάλι δεν ασχολήθηκα. Λες γι’αυτά να έλεγε κ η εκφωνήτρια;
Αιγάλεω: Τερματικός προορισμός. Ένα αγόρι λέει την ίδια ιστορία, είναι βέβαια σε άλλο σημείο. Πάλι το χάνω. Βγαίνω τελευταία, δε μου αρέσει που βιάζονται όλοι να ανέβουν την σκάλα. Κάτι πατάω, είναι άσπρο χαρτί, όχι Α4, πιο μικρό. Κάτι γράφει. ‘Αλληλεγγύη στην Κούνεβα’. Έχει κ πατημασιά επάνω. Σκέτη τέχνη. Το μαζεύω.
Πολλά χαρτάκια. Βρώμικο το μετρό, γουστάρω. Ανεβαίνω τη σκάλα με τους τελευταίους. Να τα κ τα μπατσικά. Όλο κ μαυρίζουν οι εικόνες που μπαίνουν στα μάτια μου. Όλο κ πιο σκοτεινά ρούχα, όλο κ πιο ψαγμένοι άνθρωποι. Φτάνω στα μηχανηματάκια επικύρωσης εισιτηρίων. Φοράνε σακούλες σκουπιδιών κ είναι πνιγμένα με μονοταινίες. Δίπλα περήφανοι νέοι. Κι άλλα, περισσότερα χαρτάκια. ‘Καμια ειρήνη με τ’αφεντικά’, το μαζεύω. Κι άλλο, κι άλλο. Πρέπει να με έβριζαν οι πίσω μου που σταματούσα, αλλά ποιος χέστηκε; Περπατάω αργά, ένα χαμόγελο σχηματίζεται στο πρόσωπό μου. Ποτέ πριν δεν ήμουν τόσο κοντά σ’αυτό που πολλοί ονομάζουν σκοτεινή νεολαία. Τα μηχανήματα κλειστά, οι κάμερες κ αυτές μασκαρεμένες μπαζοσακούλες. Γελάω. Γελάνε κ τα παιδιά μαζί μου. Ένα μεγάλο πανό φωνάζει για δολοφονία.
Αφού δε μου έκλεψαν τη μηχανή σήμερα, είπα να τη χρησιμοποιήσω. Διστακτικά τραβάω μία τα χαρτάκια. Κι άλλη μία την κάμερα, κι άλλη μία προς τα παιδιά. ‘Κοπελιά;’
Φοβισμένη γυρνάω, λέω εμένα θα λέει τώρα.. Ένα καθαρό, φωτεινό πρόσωπο μου ζητάει: ‘Μπορείς να βγάλεις ό,τι θες.. αλλά όχι πρόσωπα.’
Της χαμογελάω, ‘μην ανησυχείς’. Απ’τις σκάλες χτυπάω μερικές ακόμη, γεμάτη απορία κ ενθουσιασμό που έκλεψα λίγο από αυτό που θαυμάζω σε αυτά τα παιδιά.
Στο ταξί για το σπίτι, το τοπίο απέναντι μου με τον υπέροχο μπλε-πορτοκαλί ουρανό φάνταζε τόσο μικρής αξίας μπροστά στο φωτεινό σκοτάδι που είδα στο μετρό. Ένιωσα ότι φωτογράφισα επιτέλους κάτι που υπάρχει, κάτι που δεν είναι μόνο στο δικό μου το μυαλό. Κάτι που άλλοι πατάνε με τα παπούτσια τους κ δεν διαβάζουν καν τι γράφει κ άλλοι αγωνίζονται γι’αυτό.
metro 1camerametro 2xartakia

η τηγανιά του ψαριού

February 24th, 2009

Μπαμπά η Αθήνα δεν είναι έτσι.. Όχι, δε σκέφτονται όλοι έτσι, μπαμπά μου, ξέρω τί εννοείς, αλλά προσέχω.. Είναι αλλιώς.. Αισθάνομαι μάλιστα ότι στα πιο επικίνδυνα για σένα μέρη, είναι τα καλύτερα παιδιά τώρα. Η Αθήνα ακμάζει και, μπαμπά, είμαι εκεί και το ζω! Είναι πολύ όμορφα.. Ξέρεις πόσος κόσμος ασχολείται με την τέχνη; Υπάρχει μια όμορφη τρέλα.. Ακόμα και πάρτυ στο δρόμο κάνουν, μπαμπά!! Είναι τέλειο, αν και μόνο από βιντεάκια μπόρεσα να τα δω, γιατί με ήθελες να δουλέψω για να βγάλουμε τα ενοίκια και αυτά που σου ρουφάω κάθε μήνα. Δεν πειράζει όμως! Έχω τόσες μέρες και χρόνια μπροστά που θα τα ζήσω όλα αυτά! Ε, μπαμπά;

Μέρες περνάνε, η μέρα μικραίνει, η νύχτα μεγαλώνει και δεν κοιμάμαι, μπαμπά στην Αθήνα..

Χέρια, χείλη με πιάνουν, καπνός με τυλίγει και έντονη μουσική χωρίς μελωδία. Αέρας φυσάει, βλέπω τη θάλασσα για μία φορά μετά από ένα μήνα. Τη νιώθω στο στόμα μου, στο στεγνό και κλειστό στόμα που δε θα ξαναμιλήσει ποτέ. Τα ψεύτικα μαλλιά που φόρεσα θα φύγουν, θα ερωτευτώ. Θα κρυφτώ σε μένα, πιο πίσω κι απ’το δαχτυλό μου.
Ποιος έκλεισε τη μουσική, ποιος πήρε τόσα τηλέφωνα; Τί θέλουν όλοι αυτοί στην πόρτα ξαφνικά;

Μπαμπά, βγαίνω βόλτα και δε νιώθω τον άνεμο αθώα να με χαιδεύει. Με στριμώχνουν στα στενά και με βιάζουν χέρια, γλώσσες. Δεν δακρύζω πια, δε τους φοβάμαι. Συνήθισα να έρχονται και να με ταξιδεύουν. Ακόμα κι ένα δευτερόλεπτο στη φαντασία μου το βάφω ό,τι χρώμα θέλω. Ροζ, κόκκινο, γαλάζιο.. Όχι δε φοβάμαι να τα ονομάσω. Δεν ντρέπομαι που ονειρεύομαι, δεν ντρέπομαι που δεν ξέρω τί θέλω. Απλά σιχαίνομαι τη στιγμή που έχεις δίκιο. Σιχαίνομαι κάθε που βουλιάζει η τέχνη που έβλεπα στην κάθε στιγμή που κοιτούσα κάποιον. Κάποτε έβλεπα τα υγρά μάτια των περαστικών και χαμογελούσα. Κι ήταν τόσοι οι περαστικοί, καλοί άνθρωποι. Τώρα;

Μπαμπά, αρχίζω να σκέφτομαι όπως όλοι; Πες μου, μπαμπά, σε παρακαλώ.. πες μου ότι δε θα πεθάνω η μισή. Πες μου ότι δε θα φύγει η νεφέλη από μέσα.. Ξέρεις, όταν φοβάμαι ότι κάποιος φεύγει, πάντα γεμίζω δάκρυα τα σεντόνια.. Σίγουρα μ’έχεις ακούσει.. Αλλά ποτέ δε σε ένοιαζε ούτε σένα..

Η Αθήνα με σκοτώνει. Με κορόιδεψε.. Η φωνή κάποιου από κει μέσα της μου λέει στο κεφάλι τώρα-τώρα «βλέπεις αυτό που θες να δεις». Ίσως με λυπάμαι πάλι. Ίσως απλά χάθηκα και δε το άντεξα. Πάλι θα γυρίσω; Πάλι δε θα κάνω βήμα;..

Είναι ωραία η αίσθηση της παλάμης στο τζάμι. Είναι ωραία τα δάκρυα με το χαμόγελο. Η θολή εικόνα της ζεστής ανάσας στο γυαλί. Ο ήλιος ξαπλωμένος στον απέναντι τοίχο. Η μουσική του yann tiersen από την αμελί μου. Όταν την έβαλα να τη δεις, κοιμήθηκες ρε ‘μπα..
Είναι ωραία η μοναξιά, όταν ξέρεις ότι έτσι δε θα σε πειράξει κανείς..
Είναι όμορφο, να σου θυμίζουν τα αντικείμενα που κρατάς, ανθρώπους.. Κι όχι το αντίστροφο..

Υπάρχουν φορές που αγαπάς τόσο δυνατά που δε το λες, γιατί είναι μεγαλύτερο από όλα τα άλλα. Είναι τόσο αφηρημένο.
Εγώ προτιμούσα όμως όλα να τα λέω.
Αυτό είναι και το τελευταίο post που ανέβηκε τα σκαλιά.. του ψαριού μου.
Κάποια στιγμή σύντομα όλα θα διαγραφούν.
Να είστε καλά.

Comptine d’un autre été: l’après midi by Yiann Tiersen

drops

January 3rd, 2009

Βγάζω το ρολόι, έτοιμη να ξαπλώσω. Το δέρμα μαζεύεται, ζαρώνει. Σκέφτομαι πως θα ‘ναι σε μερικά χρόνια. Δε βαριέσαι..
Στο αυτοκίνητο η μαμά μού κρατούσε το χέρι. Το βλέμμα της έφευγε από το παράθυρο. Εκείνο πάλι ήταν γεμάτο σταγόνες. Γύρισα αριστερά, κοιτούσα κι εγώ έξω πλέον. Οι σταγόνες στο τζάμι δεν σχημάτιζαν ονομάτα ούτε καρδούλες. Ήταν τόσο εύκολο να πονέσω πάλι.
Ένιωθα στο λαιμό μου μία πικρή γεύση κι έναν ελαφρύ πόνο, ένα σφίξιμο. Ήταν σα να είχα κάνει πολλά τσιγάρα την προηγούμενη μέρα και να ξύπνησα τώρα. Όμως δεν έγινε αυτό. Ύστερα η ξινίλα εμφανίζεται και στα ρουθούνια. Πρώτα στο ένα. Σε προειδοποιεί ότι μάλλον όπου να ‘ναι θα κλάψεις. Γύρνα να κοιτάξεις αλλού. Δάγκωσε τη γλώσσα, τα χείλια σου. Κάνε τα πάντα για να μην πέσει δάκρυ. Για να μην αναγκαστείς να το νιώσεις, να το πιστέψεις, να αναρωτηθείς, να ρωτήσεις. Δεν υπάρχει απάντηση.
Έφτιαξα πολλές ιστορίες και καταλήξεις εκείνες τις στιγμές. Κι όσο δυνατά κι αν χτυπούσε η καρδιά μου, δεν έσφιξα το χέρι της μάνας μου, για να μην με καταλάβει. Αυτό είναι το κόλπο στις μέρες μας. Να μη σε καταλάβουν. Αν σε καταλάβουν, θα σε πληγώσουν. Γιατί; Γιατί μπορούν. Σίμ-π(ο)λ.
Κι έτσι όταν άρχισαν να εμφανίζονται τα συμπτώματα, προσπάθησα να σκεφτώ κάτι όμορφο. Έτσι λένε οι καλοί μας φίλοι, που νοιάζονται και θέλουν το καλό μας. -Yes, ειρωνεία. - Σκέφτηκα, χωρίς να το θέλω, τις μικρές στιγμές στο μεγάλο σου μυαλό, αυτές που είμαι εγώ μέσα. Πώς να είμαι. Πώς ήμουν. Τί έγινε. Όχι, το τελευταίο, γάμησέ το. Ένα χαμόγελο που δεν τελείωνε πουθενά, θυμάμαι. Δεν θυμάμαι κίνηση, δε θυμάμαι άγχος. Μόνο φώτα. Φώτα παντού. Ύστερα, θολά τζάμια και κρύο. Ούτε εκεί ονόματα και καρδούλες. Δεν τόλμησα. Κι ευτυχώς.
Ξέρεις, κάποιοι στη ζωή γεννιούνται πρωταγωνιστές και ήρωες και κάποιοι άλλοι θεατές. Εγώ είμαι από κάτω όλα τα χρόνια. Να βλέπω, να συγκινούμαι, να δακρύζω. Δεν ενόχλησα κανέναν. Πολλές φορές σιώπησα. Πολλές φορές ούρλιαξα, αφού τελείωσε η παράσταση. Πολλές φορές η παράσταση ήταν τραγωδία. Όσες φορές κι αν τόλμησα να παίξω, γονάτισα. Λένε πως δεν άλλαξα, πως όμως θα σκληρύνω και θα μάθω. Και θα ξυπνήσω μια μέρα και θα είμαι κακιά. Και δε θα πονάω. Και δε θα συγκινούμαι, δε θα πιστεύω, δε θα εμπιστεύομαι. Και κάπου εδώ, ήσαστε περήφανοι μερικοί για μένα. «Γιατί ο τρελός όσο και να τον προδώσεις, σε εμπιστεύεται», κάπως έτσι διαβάζετε για μένα και τους υπόλοιπους σαν εμένα.
Τρέμει η ψυχή μου. Νιώθω σαν να με ξύνουν μυτερά φύλλα φοίνικα κάτω απ’το στήθος. Τα φύλλα γίνονται καρφιά και δε μπορώ να τα βγάλω απ’το σώμα μου. Δεν υπάρχει πια φόβος για τους άλλους. Μπήκαν μέσα μου. Εμένα φοβάμαι τώρα.
Είναι καλό να νιώθεις. Ό,τι κι αν είναι.
Έτσι λένε.

σφιξιμο

December 30th, 2008

Έχεις νιώσει ποτέ να σου σφίγγουν την καρδιά; Όλο και πιο πολύ, όλο και πιο δυνατά. Λες τώρα θα σκάσω, τώρα θα μείνω εδώ, πιο τίποτα κι απ’το τίποτα. Και δε σε νοιάζει το τίποτα σε άλλους κι άλλους. Σε νοιάζει το τίποτα που είσαι σε συγκεκριμένα μάτια. Το ίδιο, το συνηθισμένο, το ‘άλλο ένα τέτοιο’.

Νερά στα μάτια έτοιμα να με βρέξουν, όμως όχι! Φτάνει. Δε θέλω να κλάψω. Αυτή είναι η ζωή μου. Ελπίζουμε, για να πέσουμε κ να φάμε τα μούτρα μας, και μετά κάποια στιγμή, σύντομα ξανά, να ξαναελπίζουμε ότι θα ξαναφάμε τα μούτρα μας. Αυτό είναι. Σα ζουζούνι που κάνει γύρω γύρω από το ίδιο λουλούδι. Σα το σκύλο που κυνηγάει την ουρά του. Σα τα πιο χαζά όντα πάνω στη γη.

Από μικρή σκέφτομαι πόσο και πως με εκμεταλλεύονται οι άνθρωποι, όμως ποτέ δε σκέφτηκα πως να τους εκμεταλλευτώ εγώ. Αυτές τις ύπουλες χάρες που ζητάνε, τις ξέρετε.. Ξέρουν ότι θα πεις ναι. Ξέρουν ότι θα πας να τους δεις, ότι θα κάνεις ό,τι σου πούν. Γιατί ‘είσαι καλή, είσαι διαφορετική’, είσαι @@, να στο πω εγώ. Χαζή, χαζούλα, ηλιθιούλα και όλα αυτά που μπορούν να σε κάνουν να είσαι, αυτά είσαι.

Αν μου μιλάς κι αν με διαβάζεις από περιέργεια, για να με μάθεις, πάρε αυτο το κομμάτι απο μένα που σου δίνω, αλλά μη το γαμάς. Μη μου γαμάτε την ψυχή με ψέματα, όσο ωραία κι αν είναι αυτά.

merry black christmas

December 25th, 2008

Αυτή η σόμπα λειτουργεί με γκάζι.
-‘η κλαψομ**να είναι;’, ρωτάει ο αδερφός μου, για τη Monika που μας κάνει τόση ώρα παρέα.

Ό,τι μπορώ να δω πέρα απ’τη σόμπα, κυμματίζει. Ο ουρανός τρέμει, όπως όταν κλαίω και γεμίζουν τα μάτια αλμυρά νερά. Τί σύμπτωση, η φωτιά να μου δίνει την ίδια εικόνα. Η γκρίνια μου κάθισε μέσα. Δε μιλάω. Κοιτάω ένα σημείο μέχρι να το αγαπήσω, να το λατρέψω, να το μισήσω. Μετά πιάνω άλλο.
Χριστούγεννα. Το μόνο που με κάνει να χαμογελάσω είναι η ειρωνεία αυτή. Τίποτα άλλο. Πιάνω το κινητό και πέφτει από τα χέρια μου στο πάτωμα. Αδυναμία, δίψα. Το στόμα μου στεγνό, όσο νερό κι αν πιώ, όσες τσίχλες κι αν μασάω. Τις βγάζω και τις πετάω στα τραπεζάκια στο μαγαζί. Νιώθω αναρχική με αυτήν την κίνηση: ΝΑΙ! Πετάω την τσίχλα όπου βρώ, ουάου!

Η μέρα αυτή είναι πιο μαύρη κι απ’το παλτό μου. Οι φακοί είναι κολλημένοι στα μάτια μου πάνω από 24 ώρες κι ειλικρινά εγώ απορώ γιατί ξύπνησα σήμερα.
‘Μαλάκα είπαν θα χιονίσει και στα πεδινά αύριο..’, ακούω απ’τον αδερφό μου που μιλάει μ’ένα φίλο του στο τηλέφωνο. Το μόνο χιόνι που βλέπω και φαντάζομαι είναι η ασπρίλα του Word, τώρα, που γράφω.

Κόλλησα, πάλι δεν ξέρω γιατί γράφω. Μου λείπει το χαμόγελό μου. Πιάνω τον εαυτό μου τώρα.. –τί ωραία- σαν από τικ, χαιδεύω το Δέλτα στο πληκτρολόγιο. Πάει, χαζέψαμε.. Μπορεί να έχω κι άλλα να πω για τα μπλε και τα μαύρα Χριστούγεννα, αλλά αυτό που θα καταφέρω είναι να πέσω κι άλλο. Και δεν θέλω κανένα χέρι να με σηκώσει. Με μισώ που με λυπάμαι.

Monika - excuse my friends, misery loves company, fraud

Liberto - No idea

23.6

October 20th, 2008

23/6/08
6+ πμ

Aυτό με το κάπνισμα δε το κατάλαβα ακόμη: είναι η ιδέα μου ή όποτε χρειάζεσαι περισσότερο ένα τσιγάρο συνειδητοποιείς ότι έχεις ξεμείνει;

Οι ατέλειωτες μέρες της ηρεμίας μου. Κάνω λίγες και απλές επιλογές. Θέλω να είμαι στην αγάπη, στα σίγουρα, στα ασφαλή, εκεί που δε φοβάμαι. Ούτε σαν ύπαρξη, ούτε να δώσω πράγματα. Δε ζω τρισευτυχισμένη. Άργησα αλλά το κατάλαβα: ΕΓΩ πέφτω με τα μούτρα σ’αυτά που μου δίνει η ζωή, όχι εκείνη σε μένα. Επιλογές με στόχο την καλοπέραση αυτού του καιρού αλλά και με ηρεμία. Δε ζω τον τρελό έρωτα, δεν είμαι η καλή φοιτήτρια της σχολής, ούτε η το καλό κοριτσάκι της οικογενείας (της ποιάς;), αλλά είναι δυο-τρία πράγματα που με κρατούν σε μέτρια-καλά επίπεδα. Καμιά φορά ονειρεύομαι να τ’αλλάξω, αλλά ξέρω τη συνέχεια με τα ιστορικά πισωγυρίσματα. Το έκανα αρκετές φορές.

Κι έτσι όπως αρχίζει η μέρα, κάφε φορά ξημέρωμα, λίγο πριν τελειώσει η δική μας νύχτα, γυρνάω πλευρό, κοιτάω ένα μικρό κομμάτι ουρανού που μου ‘χει κολλήσει εδώ και κάτι μήνες στο τζάμι και χύνω ένα δάκρυ. Για όλα αυτά που δεν τολμάω να ξεστομίσω, αλλά δεν παύω να ονειρεύομαι.

κομματια απ΄τη ζωη μου

September 20th, 2008

Όποιος ψάχνει, βρίσκει, λένε. Ε, εγώ βρήκα αυτά. Αυτά μου έμειναν από το καλοκαίρι. Γκρίνια και κούραση:

Jul 22, 4:22pm
“Ο πόνος είναι σαν της πρώτης μέρας. Όχι, δε μιλάω για σεξ. Η ανάσα μου κόβεται και τα δάκρυα είναι λιγότερα από κάθε άλλη φορά. Με ανησυχεί αυτό, δεν ξέσπασα σήμερα, δεν ούρλιαξα. Το βαρέθηκα όλο αυτό. Το σκηνικό ίδιο: Αδειάζω βαλίτσα-ξαναγεμίζω βαλίτσα. «Τώρα θα φύγω, τώρα θα φύγω», σκέφτομαι και κάθε άλλο παρά σίγουρο είναι στο μυαλό μου. Απλά το σκέφτομαι συνέχεια για να το πιστέψω και να μπω στο ρόλο. Μόνο έτσι θα το πιστέψουν κι αυτοί.
Αρρώστια. Περισσότερη αρρώστια δεν έχω νιώσει. Τους ρωτούσα -κι ακόμη δηλαδή αναρωτιέμαι μέσα μου- εάν πρέπει να πάθω κάτι για να συγκινηθούν και να σταματήσει αυτό το βασανιστήριο. Τώρα πονάω πιο πολύ.
Μέρες τώρα στη δουλειά, εκεί που κάθομαι ώρες όρθια και βλέπω δεκάδες κόσμο να βολτάρει στο δρόμο, νιώθω μια ομορφιά στον αέρα. Όχι, δεν φαντάζομαι μόνο τις ζωές τους ή τι σκέφτονται. Κοιτάζω τα ρούχα που φοράνε κι αν για παράδειγμα μια γιαγιάκα φοράει ένα φλοράλ φόρεμα με δαντέλα στο μπούστο, φανταζομαι τα κτίρια να γίνονται πέτρινα ή πώς θα ήταν το μπαρ απέναντι μου με ταπετσαρία, κτλ.
Δυο-τρεις φορές ηχογράφησα, ενώ ήμουν στο πατάρι, κάτι τρελά δικά μου που θα έγραφα αν είχα χρονο και χθες που άκουσα ένα πριν κοιμηθώ, να θυμηθώ τί σκεφτόμουν, ξέφτυσε. Ακυρώνω τον εαυτό μου κάτι ώρες, όμως όταν ακούω ηχογραφημένη τη σκέψη μου, οραματίζομαι σαν σε ταινία τι έκανα ακριβώς εκείνη τη στιγμή που τα έλεγα. Πλάκα έχει, αλλά δεν είναι για πολλές φορές. Καλύτερα στο χαρτί. “

Jul 31, 2:48am
“Πάντα υπάρχει κάποιος να μου υπενθυμίζει ότι η Νεφέλη δε ζει πια εδώ. Μάζεψα απ’το δρόμο τις προάλλες ένα γατάκι και το ονόμασα Νεφέλη. Επειδή με είχε ξεκάνει στις γρατζουνιές, το έδωσα στη μαμά μου να το αφήσει στην εξοχή, κάπου κοντά εκεί που δουλεύει και αφού πρώτα σιγουρεύτηκα ότι εκεί υπάρχουν και άλλες γάτες. Το πόσο καλό είναι αυτό δε το ξέρω ακόμα. Το μεσημέρι έκλαιγα με μαύρο δάκρυ που δεν ένιωθα τις δαγκωματιές τις στο σώμα μου. Μου λείπει. Μακάρι να μη δενόμουν τόσο πολύ. Αλλά εγώ είμαι εγώ, με ξέρεις τώρα, τί να λέω.. Η ζωή μου εξακολουθεί να είναι κουραστική και τις περισσότερες φορές μετανιώνω για την επιλογή μου να δουλέψω καλοκαιριάτικα. Αλλά έχω πλέον υποχρέωση και φιλότιμο και δεν μπορώ να τα παρατήσω. Δεν βρίσκω χρόνο για τίποτα. Στο σπίτι θα με βρεις αργοπορημένη, κουρασμένη, και αν με κοιτάξεις λίγο καλύτερα, ίσως και μεθυσμένη. Προσπαθώ να περνάω καλά και τα κάνω όλα αυτά στο μέγιστο βαθμό. Λογικό; Παράλογο; Δε με νοιάζει.
Πνίγομαι αυτόν τον καιρό, δεν είμαι εγώ. Είμαι κάτι που κανόνισα, συμφώνησα να είμαι. Δεν μ’αρέσει. Δε θέλω να δουλεύω. Δεν θέλω ούτε διακοπές να κάνω, όμως. Θέλω απλά να υπάρχω παντού και πουθενά. Μου αρέσει απλά να ζω καλά και να παρατηρώ τους άλλους. Να τους βγάζω φωτογραφίες ο΄πως τους φαντάζομαι ή όπως είναι.. Απλά πράγματα, χωρίς πίεση. Δε θέλω να μεγαλώσω ποτέ. Δε μου αρέσουν οι ευθύνες.. Δε μου αρέσει αυτό που ζω.
Δεν είμαι και δυστυχισμένη με τη δουλειά, απλά δε την θέλω. Δεν την θέλω έτσι όπως είναι, περίμενα κάτι άλλο. Τέλοσπάντων.. Ελπίζω ακόμη. Θα έρθουν άλλες και άλλες στιγμές και μέρες για μένα που δε θα έχω φανταστει ποτέ την ύπαρξή τους.. :)

δε φταίω εγώ ..τα πρωτοβρόχια

September 20th, 2008

Πάει καιρός.
Θυμάμαι όλο το καλοκαίρι να κρύβομαι σε κείνο το πατάρι κλαμένη, κουρασμένη, να βρίζω θεούς και δαίμονες και να ηχογραφώ τις σκέψεις μου στο voice recorder του κινητού μου.
Στεκόμουν κάτι φορές στο δρόμο και αυτό που σκεφτόμουν ήταν πάλι εικόνες. Μουσικές, φωτογραφίες, τέχνη. Αρχίδια. Πάλι μια φωνή με γύρναγε πίσω (ή μπροστά;) στην πραγματικότητα. Ή «πραγματικόπιτα», όπως λέμε με τον αδερφό μου. Εξάλλου, όλα τρώγονται. Well, μακάρι να ήταν έτσι.
Θυμάμαι να πετάω σπυριά στα χέρια, να μένω άσπρη όταν οι άλλοι μαύριζαν κι ενώ πούλαγα μάσκες και στρώματα θαλάσσης στους τουρίστες. Δύο δύο διώχναμε τις ρακέτες των 3,50 ευρώ, αυτές που είναι από ξύλο αλλά έχουν πλαστικό στις λαβές και βγαίνουν με ενα πλαστικό μπαλάκι στο δίχτυ.
Κάτι φορές, περνάγανε από μπροστά μου αυτοί μαζεμένοι με παγωτά στα χέρια. Φρέσκα, αυτά που στα βάζουν με σπάτουλα στο μπωλ ή στο χωνάκι. Και δώστου να το τρώνε μπροστά μου χαμογελαστοί και εγώ να βάζω τον κροκόδειλο των 12 ευρώ στην αποθήκη, να φοράω το μαύρο το σορτσάκι και η σκόνη να μου κάνει τη χάρη να του αλλάζει το χρώμα, έτσι, για διαφορά.
Λουσμένη στον ιδρώτα, πάντα έτρεχα να πλυθώ προτού συνεχίσω τα καθήκοντα μου ως υπάλληλος. Και τότε φαινόταν το θαύμα του μεικ απ – ή αλλιώς το πλέον χάλι το δικό μου. Τα βράδια μου ήταν, μέρα παρά μέρα, μεγάλα και καλά. Μεθυστικά, θα έλεγα. Και θα έλεγαν και οι άλλοι, πιστεύω και ομολογώ και παραδέχομαι κύριε εισαγγελέα. Όχι δεν ξέρασα. Άντε, μία φορά να έγινε αυτό. Σε γενικές γραμμές, ρεζίλι δε σας έκανα.
Η γνωστή, κουραστική, ψυχοφθόρα ένταση υπήρξε. Και μία και δύο και τρεις και είκοσι φορές. Αμέτρητες. Αλλά δεν μπορούσα άλλο ν’ασχοληθώ. Όταν ήρθε η μέρα να φύγω.. Αχ όταν ήρθε η μέρα να φύγω, ήταν σα να ερχόμουν πρώτη φορά στην Αθήνα. Χάθηκα.. Πέρασα πολύ ωραία τις πρώτες μου μέρες. Μου είχε λείψει η άπλα, οι επιλογές, η βαβούρα, η μοναξιά, η ηρεμία. Ναι, ηρεμώ στην Αθήνα, πειράζει;
Πολύ καιρό τώρα ήθελα να γράψω, αλλά πάντα είμαι με παρέα και δεν τολμάω να πιάσω χαρτί ή να ανοίξω νέο αρχείο και να αρχίσω να «δίνω», θέλω να είμαι μόνη μου για να πώ κάτι. Ακόμα κι αν το κάτι είναι τίποτα.
Σκέφτομαι τη μάνα μου πολύ συχνά. Δεν ξέρω γιατί, φοβάμαι μην πάθει τίποτα. Κάτι συνέβη τις προάλλες και πάλι αποδείχτηκε το ότι είμαι μόνη όσο αναφορά στην οικογένεια μου. Περίμενα η μάνα μου να με υπερασπιστεί και αυτό δεν έγινε. Έτσι, κοντινοί μου άνθρωποι εδώ μού συνέστησαν να σκληρύνω, κι ας είναι μάνα. Αυτά τα μωρουδίστικα που κάνω να τα κόψω λίγο μπας και με υπολογίσουν ποτέ. Αλλά σήμερα. Σήμερα το βράδυ κάποιες ώρες πριν, κοντινό μου πρόσωπο μου διάβαζε emails της μαμάς. Όχι της δικής μου. Εκείνης, που είναι «στον ουρανό». Κρυφοδάκρυσα, ένιωσα πολύ περίεργα και φυσικά δε μπορούσα να το δείξω για να μην πληγώσω τον άνθρωπο δίπλα μου.
Τρελές τύψεις. Δε μπορώ να κρατήσω χαρακτήρα, κακία, ούτε σκληρότερη συμπεριφορά για κανένα λόγο στη μαμά μου. Ακόμα κι αν αυτό θα ήταν για να με υπολογίζει. Θέλω να της δείχνω ότι την αγαπάω, ακόμα κι αν είναι περισσότερο από όσο με αγαπάει εκείνη, θέλω να της το δείχνω και να της το λέω ακόμα κι αν δε με υπερασπιστεί ποτέ. - Κλαίω. - Θέλω να είμαι ο εαυτός μου σε αυτή, πριν γίνει και για μένα ένα απλό log στο φάκελο του msn.
Αχ είναι τόσα πολλά που έχω μέσα μου τόσο καιρό κρυμένα που πνίγομαι πάλι. Κάπου κάπου τα χάνω, ξεχνάω πολλά. Ούτε να συγκεντρωθώ δεν μπορώ πολλές φορές. Τελευταία μάλιστα με ρωτάνε αν έχω χαζέψει. Πολύ το όνειρο και λίγη η ζωή μου. Και τώρα, μέρες τώρα, όλο ζωή και καθόλου όνειρο. Κι εγώ δεν έχω μάθει έτσι. Χτυπάει η καμπάνα. Πάντα βρίζω χριστούς και παναγίες αλλά τώρα νιώθω την ανάγκη να κάνω το σταυρό μου κι ας μην υπάρχει κανείς που να του αποστέλλεται το μήνυμα. Μια ηρεμία μέσα μου που είπα δυο κουβέντες.
Να ‘σαι καλά που με διαβάζεις και με σκέφτεσαι.

7.02, 20.09.08

Monika – “Babe”

βλέματα

May 20th, 2008

Σεμνά και ταπεινά. Το παίζεις αθώος. Δε μιλάς σε κανέναν, αλλά τους παρατηρείς με τόση προσοχή και αφοσίωση λες και θα παραδώσεις project με θέμα τα βλέματα των ανθρώπων.

Η καλύτερη στιγμή είναι με διαφορά όταν είσαι στη σκάλα κι ανεβαίνεις, και δίπλα σου κατεβαίνουν οι άλλοι. Δεν αφήνεις πρόσωπο παραπονεμένο. Θες να τους προλάβεις όλους, να δεις τί εκφράσεις έχουν. Κάθε κλάσμα του δευτερολέπτου κι άλλο πρόσωπο. Κολλημένοι σα σαρδέλες και πάντα βιαστικοί σε κοιτάζουν κι εκείνοι. Και τότε είναι που χαμογελάς. Και ο ενθουσιασμός γίνεται νευρικό γέλιο. Και δε μπορείς να σταματήσεις! Κάνεις ότι τραγουδάς κάποιο τραγούδι και κοιτάς τα παπούτσια σου.

Κάθε πρόσωπο και μία ιστορία. Κάποιο συναίσθημα. Τί να σκέφτονται άραγε όλοι αυτοί οι άνθρωποι; Σίγουρα κάποιος θα κάνει αυτό που κάνεις κι εσύ και κάποια στιγμή θα συναντηθούν τα βλέματά σας και θα στραβολεμιάσετε, εκεί, στις σκάλες.
Τί πειράζει, όμως; Θα χαμογελάτε, κi αυτό είναι υπέρ-αρκετό για μία πόλη στην οποία ούτε ανάσα δεν μπορείς να πάρεις ;)

Killers – Mr. Brightside
Lustral - Everytime