ερώτηση

February 19th, 2010

Αναρωτιέμαι πού και πού
το λόγο ψάχνω, που δε μπορώ να σε μισήσω
Που όταν τυχαίνει, χαράζεις πάνω μου το όνομά σου
και φεύγεις το ξημέρωμα, όπως πάντα έφευγες, όπως πάντα ήσουν: άδειος.
Μισός. Θολός καπνός στα μαγαζιά που υποδύεσαι το αγόρι των ονείρων,
Γερμένος προς τα δεξιά, σκύβοντας προς τα κάτω το κεφάλι,
δεν τις κοιτάς. Γυναίκες ανασφάλειες για να γεμίσεις το εγώ σου
λίγη ακόμα μαρμελάδα φράουλα και ψίχουλα στο στρώμα.
Φωνάζει η μάνα, σε μαλώνει. Η μόνη που ακούς, η μόνη που σέβεσαι στ’αλήθεια.
Αλήθεια, ήσουν ποτέ αυτό που λέει ο λαός; Ο εαυτός σου;
Πού είναι αυτός;
Αναρωτιέμαι πού και πού

τί σημασία έχει

October 21st, 2009

Έχει σημασία. Πάντα είχε κ πάντα θα έχει.
Όταν βλέπεις ότι ο άλλος πιάνεται, γατζώνεται από σένα, πες του να φύγει.

Παρακολουθώ τους ανθρώπους με μεγάλο ενδιαφέρον, διαβάζω τα μάτια και τα κείμενά τους. Καταλαβαίνω απ’τις εκφράσεις του προσώπου τους την επόμενη κουβέντα τους. Και δε μιλάω, να δω πόσο έξω πέφτω.

Αυτό που δε μπορώ να καταλάβω είναι γιατί μερικοί άνθρωποι βασανίζονται και βασανίζουν κι άλλους. Βολεύεσαι στο σπίτι σου και ξέρεις ότι ο άλλος θα ρθει απ’το χέρι να σε πάει βόλτα. Ξέρεις ότι θα είναι εκεί. Γιατί εκτός απ΄την αγάπη που σου έχει, σε θαυμάζει και μέσα του ίσως και να σε ζηλεύει.
Και θα είναι εκεί μέχρι το τέλος, μέχρι να εξαντλήσει ό,τι μπορεί “κακομοίρικα” να πάρει από εσένα.
Και το βλέπεις, το νιώθεις, στο λένε.. και το απολαμβάνεις (!;)
Λυπάμαι για τα μάτια σου, για τα λόγια σου, για τα όνειρά σου. Αυτά που έκανες εσύ, αυτά που σου πουλήσανε κι αγόρασες πριν χρόνια, κι αυτά που τώρα πουλάς εσύ.

Χαμένος είναι αυτός που δεν μπόρεσε να αγαπήσει ποτέ τον άνθρωπο που είχε δίπλα του για χρόνια.
Μη μιλάς για “ιδανικά” στον καθρέφτη, θα σπάσει. Και ξέρεις ποιος θα κοπεί.

μου ‘φαγες τον ύπνο

:)

October 13th, 2009

Είμαι αυτό που θα ‘λεγε ο πατέρας μου ξεφτίλα:
Η μπύρα ρέει άφθονη μέσα μου..
κι έξω μου..
Στάζουν οι σταγόνες, κάθε φορά που γελάω με κάτι που διαβάζω μπροστά απ’τον υπολογιστή μου, και κατευθύνονται προς τα κάτω, έχοντας μία ύπουλη πορεία που δεν μπορώ να περιγράψω. Αυτό που θα ονόμαζα εγώ τέχνη.
Μυρίζει νύχτα και δε μπορώ να πω πολλά γι’αυτό. Σου είπα, αν ήμουν τυφλή, θα ξεχώριζα κάπως έτσι το φως απ΄το σκοτάδι.
Το κεφάλι μου γέρνει στο ρετρό πλακάκι και ταξιδεύω μέχρι εκεί που μπορείς να με πας.

Και στρίβω τα τσιγάρα

και μέχρι να τα στρίψω έχουν εξαφανιστεί:)

Ιστορίες..

στα φώτα

September 27th, 2009

Πόσες μέρες πέρασαν κι όλες κρατιόμουν..
Μου είναι πολύ εύκολο να βάλω τα κλάματα κ να μη ντραπώ να το αφήσω να φύγει.
Αλλά οι άνθρωποι γύρω μου κρύβουν τα συναισθήματά τους. Όχι, όχι από εγωισμό.
Είναι σαν εμένα στο ξένο κρεβάτι.
“Να μην ενοχλήσω..”
Όχι δε με ενοχλείς αν δακρύσεις, αν ουρλιάξεις, αν σε δω να διπλώνεσαι από πόνο.

Θυμάμαι τον τρόμο μου, ώρες ώρες. Όταν έκανα επίσκεψη σε εκείνο τον άσπρο κόσμο.
(Πίστεψέ με, το άσπρο χρώμα είναι πιο σκούρο απ’το μαύρο. Το μαύρο είναι πιο ζεστό. Μην ξεχνάς ότι απορροφά περισσότερες ακτίνες)
Κι εκεί ήμουν μόνη και μπορούσα να φύγω για δευτερόλεπτα, λεπτά, μακριά. Ξέρεις, πήγαινα όπου ήθελα.
Δεν έχω εισιτήριο για εκείνον τον κόσμο. Ακόμα κι αν έβρισκα δηλαδή κάποιο στο δρόμο, θα το ‘σκιζα.
Κι έπειτα πού να πας;

Μου τη σπάνε τα σίγουρα πράγματα στη ζωή. Λατρεύω τις εκπλήξεις. Όμως βρίσκω απ’τα πιο όμορφα πράγματα στη ζωή την εικόνα του σώματος πάνω σε ένα άλλο, δίχως σπρώξιμο, δίχως πρέπει, δίχως όχι, δίχως ναι. Όταν όμως δεν ξέρεις αν πρέπει να γείρεις.., γιατί ο άλλος μπορεί να μη το έχει ανάγκη, τότε απλά δεν το κάνεις. Και τελειώνει κ το τραγούδι κ η ιστορία κ η στιγμή κ πεθαίνουν όλα κ το γυρνάς στο αμερικάνικο υφάκι κ κάνεις κ τον κινέζο κ την πάπια. Κ λες: Αυτά έχει η ζωή.

Κι εκεί στα φώτα όταν πήγαινα, ποτέ δεν ήταν ίδιες οι μέρες

ήθελα άλλη μία

πόλεμος ονείρων

July 23rd, 2009

Εδώ είμαι πάλι, στο λευκό φόντο, να περιγράφω μια από τις πιο μεγάλες στιγμές της ζωής μου. Οι στιγμές οι δικές μου, οι αγαπημένες, είναι εκείνες που καταφέρνεις να ξεφεύγεις απ’το φόβο που το ίδιο σου το μυαλό δημιουργεί.
Όσα έχεις ζήσει σε κυνηγάνε. Τις πιο ακατάλληλες ώρες.

Τις τελευταίες νύχτες, με βρίσκω να ξυπνάω τρομαγμένη, από εφιάλτες που ποτέ δεν πίστευα ότι ο ανθρώπινος νους μπορεί να φτιάξει απλά για τον ύπνο. Πιο πολύ μοιάζουν με θρίλερ..
Απόψε, λίγο πριν κοιμηθώ, έχοντας για παρέα στο δωμάτιο τον αγαπημέλο μου σκύλο, μου ‘ρθε σαν εικόνα από το πουθενά κ μέσα σε πέντε δευτερόλεπτα φτιάχτηκε η εξής ιστορία:

Εγώ, όπως είμαι στο κρεβάτι, τεμαχισμένη, μέσα στα αίματα. Οι γονείς μου στην πόρτα κ ο σκύλος μου με αίμα στη μουσούδα. «Όχι», φώναζα μέσα μου, «δε το έκανε αυτός», ενώ ξέρω πως είμαι νεκρή κ δε θα μάθουν ποτέ ποια είναι η αλήθεια. Κ μπορεί να τον σκοτώσουν τώρα που νομίζουν πως με σκότωσε. Άλλοι το έκαναν, μας παγίδευσαν. «Όχι», φωνάζω, «δε το έκανε αυτός», ενώ καταλαβαίνω ότι ήταν απλά μια εικόνα που ήρθε στο μυαλό.
Μετά από αυτά τα δευτερόλεπτα, προσπάθησα να σκεφτώ μια ασφαλή λύση για το δωμάτιο μου. Τί θα μπορούσε να με κάνει να νιώσω ασφαλής εδώ μέσα, μιας που – μην κοροιδευόμαστε – φοβάμαι πολύ.
Πιέζοντας τον εαυτό μου, το μόνο που σκέφτηκα να «κρατάει» την πόρτα για να μην μπει μέσα το «κακό», ήταν η εικόνα της μάνας μου.. κρεμασμένη. Κλάματα. Σοκάρομαι κ αρχίζω να τρέμω. «Δεν είμαι καλά».
Κάπου εκεί χάνω επαφή. Το μόνο που βλέπω σαν επόμενη εικόνα κ επιστροφή στην πραγματικότητα, είναι το αγαπήμενο αγχολυτικό μου: ένα τσιγάρο τώρα.

Σα 16χρονο που το σκάει να βρει τ’αγόρι του, αφού βρήκα σ’ένα συρτάρι μια τεράστια φόρμα του αδερφού μου κ έκρυψα στις τσέπες καπνούς, φιλτράκια κτλ, έφυγα σα τη γάτα για το πιο πάνω μπαλκόνι. Ο σκύλος μαζί μου.
Η όλη φωτογραφία θυμίζει ζωγραφιά, συνοδευόμενη από ένα ελαφρύ αεράκι, ο,τι πρέπει για την αγκαλιά που χρειαζόμουν. Φτάνω κ κάθομαι στην καρέκλα που κάθεται συνήθως η γιαγιά μου, έξω ακριβώς από την πόρτα της.

«Δεν είμαι καλά κ ήρθα να κάνω ένα τσιγάρο. Τα υπόλοιπα αύριο». Μίλησα μέσα μου, απαντώντας στην ανύπαρκτη ερώτηση της πιθανής εφόδου απ’τους παππούδες. Στρίβω.
Κάνω πολλή ώρα να στρίψω κ αυτό δε βοηθάει το μυαλό μου. Το ετοίμασα κ σηκώθηκα να χαζέψω. Το μπαλκόνι συνεχίζει σε ορθή γωνία, όπου το άλλο του μισό κοιτάει τη δύση κ τη γειτονιά. Η κληματαριά, εξαπλωμένη σε όλο το κάγκελο, η παλιά γειτονιά όπου μεγαλώσαμε κ πίσω μου ο κανένας που φοβάμαι. Γυρνάω ξανά, με τον αναπτήρα στο χέρι. Το αεράκι αγριεύει λίγο την ώρα που γεννιέται η φλόγα, αλλά είμαι αποφασισμένη.
Άλλα λίγα λεπτά από τη ζωή μου, τα χαρίζω για να είμαι καλά από μέσα. Πιο βαθιά απ’τα πνευμόνια, πιο
βαθιά από μένα.

Η εικόνα, αυτή τη φορά πραγματική. Μαγευτική. Ο απλωτός της γιαγιάς.. μανταλάκια χωρίς χρώμα, λόγω του σκούρου ακόμα ουρανού, το τοπίο του νησιού.. με τη θάλασσα να ‘ναι ήρεμη κ συνάμα ερεθισμένη απο το δροσερό αεράκι..
Θα ορκιζόμουν ότι αυτές τις στιγμές, μαζί με μένα, ανατρίχιαζε κάθε κύμα που έσκαγε στα χαλίκια. Μόνο αυτό ακουγόταν στα ψηλά.
Ο σκύλος μου, ένα πάτωμα πιο κάτω, με ψάχνει. Του σφυράω σιγανά, μα είναι βλακάκος κ χάνεται συνέχεια.

Μένω εκεί πάνω. «Κάποτε θα ‘φύγει’ η γιαγιά κ ο παππούς». Πάλι μαυρίλα στην ψυχή για λίγο.
..Κάπου στη μέση του, το πετάω. Ο φόβος μην μπει κανείς στο δωμάτιο κ λείπω, με κάνει να φοβάμαι περισσότερο κι από κοπάνα στο σχολείο. Δεν ξέρω γιατί.

Σέρνοντας τη φόρμα κι έχοντας πια χαλαρώσει λίγο, κατεβαίνω. Προσέχω τον ουρανό. Κλείνω με προσοχή τις σιδερένιες καγκελόπορτες των σκαλιών κ συναντώ το σκύλο μου, με την πιο ηλίθια φάτσα, να με περιμένει. Η θάλασσα με καλούσε να βουτήξω λίγο τα πόδια μου κ δεν αρνήθηκα.
Κατεβήκαμε μαζί. Αυτός, όντας τετράποδο, με ξεπερνάει πάντα κ χαίρεται σα να κέρδισε αγώνα δρόμου χιλιομέτρων. Μπροστά μου ανοίγεται εκείνη η ώρα που είναι πιο όμορφη απ΄την ανατολή. Το «λίγο πριν».

Νιώθω την άμμο δροσερή στις πατούσες μου, ένα απαλό, μαλακό στρώμα που με χαλάρωνε όμορφα, λες κ την περπατούσα πρώτη φορά.
Κατευθύνομαι προς τα θαλάσσια ποδήλατα του παππού, αραγμένα εκεί που η θάλασσα γλείφει την άμμο.
Ανεβήκαμε μαζί στο ένα κ εκεί σήκωσα τη φόρμα μέχρι τις γάμπες μου. Θα την έκανα την τρέλα, αλλά το αεράκι θα με πάγωνε μέχρι το κόκκαλο..
Αφού βούτηξα τα πόδια μου στα ρηχά νερά, έβαλα στο στόμα μου δυο φύλλα βασιλικού που έκλεψα από μια γλάστρα του παππού. Μετά ξεπλύθηκα με αλμυρό νερό. Πολύ αλμυρό φέτος.

Έμεινα μόνη να ακούω τις πατημασιές του σκύλου μου να απομακρύνονται παιχνιδιάρικα προς τα δεξιά μου, χάνοντας το βλέμμα μου στα τελευταία φώτα προς το λιμάνι. Εκατοντάδες αντανακλάσεις ζωγράφιζαν ίσιες γραμμές στην επιφάνεια του νερού κ κάπου κάπου γίνονταν καμπύλες για το σχεδόν ανύπαρκτο κύμα. Ο σκύλος μου ήταν ήδη μακριά.

Χαμόγελο. Το μόνο που ακούγεται είναι το ήρεμο νερό κ τα κουπιά του πρώτου ψαρά στην ξύλινη βαρκούλα. Πάει για το καΐκι. Κι άλλο χαμόγελο. Πιο ψηλά, μένουν οι «πρωταγωνιστές». Αυτοί που παίζουν κ τη νύχτα κ για λίγο την ημέρα, αυτοί τα βλέπουν όλα. Δυο άστρα λαμπέρα, ένα στην ανατολή κ ένα πιο κάτω προς το νότο, το ίδιο φωτεινό.

Χαμηλά στην ανατολή κ μέχρι να σηκώσεις το κεφάλι χωρίς να σε πονέσει, χρώματα μωβ, πορτοκαλί, κίτρινα, πράσινα, γαλάζια. Στο μικρό νησί ζει μόνο ο σταυρός των αγίων αποστόλων, τα βράχια του κοιμούνται αυτή την ώρα.

Κάπου εδώ ηρεμώ.

Κάπου εδώ σφυράω στο σκύλο μου κ μέχρι να κατεβώ απ΄το ποδήλατο, να χαμογελάσω κ να φτάσω στα σκαλιά, έχει διανύσει περίπου εκατό μέτρα κ με ‘χει φτάσει.

Κάποιες στιγμές δε μπορείς να τις περιγράψεις.

Κάποια λεπτά μοιάζουν με μέρες ολόκληρες. Αλήθεια.

Αυτή ήταν η νύχτα μου.
Γεμάτη τρόμο, φόβο κ άγχος
Γεμάτη μοναξιά, συντροφιά, ομορφιά κ αγάπη.
Μέτρα ποια είναι περισσότερα κ πες μου τί όνειρο θα δω. =)

Από το πιο όμορφο «στεριανό» νησί – μόνο γι’απόψε..
Καλημέρα

καμιά φορά

June 21st, 2009

Κι αν είναι οι μπύρες που μου καταστρέφουν το συκώτι..
Κι αν είναι το τσιγάρο που καίγεται και πνίγει τη φωνή μου..
Κι αν είναι ο έρωτας που συνεχώς έρχεται και φεύγει..
Εγώ γιατί είμαι πιο καλά από ποτέ;
Κι η μουσική που φτάνει από τον ηλεκτρονικό ήχο στην αλτέρνατιβ κιθάρα κι από κει ως τα ελαφρολαϊκά και τα “καλά παλιά” της μαμάς, και αυτή, όπως και όλα γύρω τους, τα αγαπώ.
Γύρω τους μοιάζουν όλα πολύχρωμα. Καμια φορά, ναι, μοιάζουν εφήμερα. ..Αλλά πολύχρωμα.
Κι όταν κοιμάμαι τους ονειρεύομαι. Καμια φορά, ναι, μου κάνουνε κι εκεί παρέα.
Σε ένα παλιό μου γράμμα, μιλάω για τον έρωτα στη φιλία. Πως μπλέκονται οι άνθρωποι, οι “τρίτοι” στις παρέες. Και η παρέα τώρα, αν ήταν έρωτας, τότε εμείς κάνουμε την πιο καλή “παρτούζα”. Χαμόγελο.
Η αγάπη μου για τους ανθρώπους -λες και το άκουσε ο θεός και μου τους έστειλε- μεγαλώνει. Και όλο χαίρομαι. Κι όλο μιλάω. Και μπορεί να λέω και βλακείες. Κι έρχεται συνέχεια αυτή η στιγμή που, ενώ δε θέλω να τους τρομάξω, θέλω να φωνάξω πως τους αγαπάω.
Και η ζωή μου πολλές φορές φοβάμαι πως νωρίς θα τελειώσει. Γι’αυτό κι αντέχω τόσο να μιλάω. Καμιά φορά επίτηδες το κάνω. Θέλω να μείνω εδώ, να ξεχαστώ. Με βαρεμάρα και όρεξη. Με ηλίθιο φόβο και έμπνευση. Με την παρέα μου αυτή. Εδώ όλοι έχουν κάτι να μου δώσουν, χωρίς να το ζητήσω.
Με ξέρεις πια, συνήθως γράφω όταν πονάω. Μα αυτή η χαρά γεμίζει δάκρυα το ό,τι είμαι. Και δεν τελειώνει πουθενά – όσο “υπάρχω”, τόσο γεμίζω.

Και έτσι για τέλος, ένα ακόμα θέλω να σας πω:
Ευχαριστώ. Ευχαριστώ. Ευχαριστώ.
+ τραγουδάκι

εικονες

April 26th, 2009

Εικόνες ξεχασμένες στο συρτάρι σου
Φτιαγμένες από φως κι από αγάπη
Θνητές εικόνες, χαρτί τους έδωσε ο Θεός για σώμα
Αυτές και άλλες τόσες στο παλάτι σου
Χρώματα φτύνουνε στον ψεύτικο ουρανό σου

Πίσω τους στέκονται τα λαίμαργα σκυλιά
Και κάθε τόσο ο φόβος πλησιάζει.

Κατέβασέ το,
αυτό κρύβει τα μάτια σου
Το σχήμα αυτό, τον κόσμο σου στοιχειώνει
Σε γδύνει, σε πετάει κάτω, σέρνεσαι
Στον ύπνο, στο λαιμό, σαν κόμπος δένεσαι
Τα λαίμαργα σκυλιά κάποιος σκοτώνει.

Η θλίψη σου μαύρη σκιά, η ευχαρίστησή σου τόση.

Τον πάγο σου άξαφνα βαρύ στο δέρμα αισθάνομαι
κι οι ξένοι, σου το λέω, γι’αυτό θα φύγαν.
Κομμάτια τα χαρτιά άσε να γίνονται

Άσε.. ακόμα κι η ζωή καμιά φορά βουλιάζει
Ξεκούραστες ας είναι οι δικές σου
Βαριές στο πρόσωπό μου ασ’τες να πέσουν
Κι ο θάνατός τους με γιορτή θα μοιάζει
τις σκέψεις σου αυτές να μη φοβάσαι.

Κάτι μυρίζει

April 12th, 2009

«Δεν ξέρω τί να γράψω». Το googlαρα, έβγαλε αρκετά, αστεία αποτελέσματα. Πλέον, λογικά, είμαι μέσα σ’αυτά. Ε ναι λοιπόν, δεν ξέρω τί να γράψω. Δυο μέρες τώρα, μπορεί να πιάνει κ βδομάδα δηλαδή, δεν ξέρω, θέλω να γράψω, αλλά δεν ξέρω τί.
Μάλλον θα καταλήξω στο γνωστό ημερολογιακό γράψιμο. Αυτό που λες για το τί πέρασες τις τελευταίες μέρες, ώρες, κτλ..
Φταίει, τελικά, φταίει. Εκείνη η μυρωδιά, που περνάει στη μύτη μου κ αναγκάζει το κεφάλι μου να γέρνει προς τα πίσω. Κι ο ουρανός να ‘ναι γαλάζιος κ να μη βλέπω ίχνος νέφους κ βρώμας. Μόνο πάνω στα αυτοκίνητα κάτι φορές, μικρή ζωγράφιζα εκεί. “Μικρή είσαι ακόμα”. Ακόμα ζωγραφίζω. Κι αφήνω τη καφέ σκόνη στα ρούχα μου, να μου θυμίζει αυτή τη μυρωδιά. Κι αυτή η μυρωδιά από μόνη της μού θυμίζει τα μαντηλάκια, τα ξεβαφτικά. Ψάχνω να βρω στη συσκευασία το άρωμα που κανονικά θ’αναγραφόταν κάπου. “Άρωμα απ’το παρελθόν σου” ή απλά “γαρδένια”, “γιασεμί” ή κάτι με πέταλα τελοσπάντων κ δίπλα ίσως μία μικρή εικόνα του άνθους. Τίποτα όμως. Το χαίρομαι να ξεβάφομαι γιατί κάτι μου θυμίζει.
Ένα γαλάζιο παντελόνι φορούσα, νομίζω ήταν Αύγουστος. Δε θυμάμαι χρονιά, αλλά αν το στύψω, θα θυμηθώ σίγουρα. Πάντως δεν έχει σημασία. Σε ένα βαρκάκι καθόμουν, το ‘χανε παρατήσει έξω μήνες, μπροστά ακριβώς από το ξύλινο αρχαίο παγκάκι, κάτω απ’το σπίτι μου. Η παρέα μαζευόταν εκεί. Κάποιον θα “αγαπούσα” τότε, εκεί κάθε βράδυ, όλες οι μέρες ίδιες. Ολόιδιες. Τόσο συνηθισμένη η μυρωδιά της θάλασσας, των λουλουδιών της σπαστικής γριάς γειτόνισσας, του φαγητού “της ώρας όλα” απ’τις ταβέρνες, που ποτέ άλλοτε δεν είχα ανάμνηση ίδια. Η σκύλα μου στη θάλασσα, έκανε μπάνιο. Δεκάδες Αθηναίοι να τρώνε κ να ακούν τη ζωντανή μουσική να βγαίνει από τα δάχτυλα κ την κιθάρα του θείου μου. Όλους “Αθηναίους” τούς λέμε. Τους επισκέπτες. “Είμαστε αλάνια, διαλεχτά παιδιά μέσα στην πιάτσα” κι όλα αυτά συνηθισμένα. Κάθε βράδυ, κάθε παρασκευή, κάθε τετάρτη κ σάββατο η ίδια ιστορία.
Το γαλάζιο παντελόνι μου εκείνο το βράδυ λερώθηκε με αίμα. Έφαγα κι ένα χαστούκι απ’τη μάνα μου όταν της το ‘πα. Είναι έθιμο, λέει. Ήμουν ευτυχισμένη, σκεφτόμουν ότι επιτέλους θα ξυπνήσει το σώμα μου κ για να το πω τελείως ωμά, έλεγα ότι θα γίνω γυναίκα, θα έχω βυζιά. Μέχρι τότε ήταν πλάκα τα γαλόνια.
Το σώμα μου ήταν σα στέκα. Αδύνατο, ίσιο, μαύρο από τον ήλιο. Τα μαλλιά μου πάντα λιγδωμένα, πρόκα. Μαύρα στη ρίζα, ξανθά στις άκρες. Το άνοιγμα στα δόντια μου ήταν πιο μεγάλο. Αν κρατούσα νερό στο στόμα κ το πίεζα θα πεταγόταν από εκεί ανάμεσα σαν από νεροπίστολο.
Από εκεί κ πέρα άρχισα να πονάω. Να βλέπω αλλιώς τα πράγματα. Να καταλαβαίνω κ να κάνω πως δεν. Να γράφω, να ονειρεύομαι. Να μυρίζω. Να θυμάμαι. Κ τώρα οι πορτοκαλιές από κάτω, μου θυμίζουν όλα τα Πάσχα κ όλα τα καλοκαίρια που έχω ζήσει. Κι ας είναι όλα καρμπόν. Καμιά φορά όταν βάζω στην πόρτα το κλειδί κ περπατάω στις μύτες για να μην ακουστεί το τακούνι, ρουφάω μία τελευταία πριν μπω στο βρωμερό σπίτι μου. Κ γίνομαι κυνική. Μου θυμίζει τόσο το Πάσχα, την περιφορά, που περνάμε μέσα από τα στενά στο χωριό κ ψάλλουμε, που το άρωμα του άνθους μού φέρνει την εικόνα του επιταφίου.
Κι έχω μια γεύση από χθες, μάλλον απ’το τσιγάρο. Δεν είναι η σαπίλα, κάτι καλό έβαλαν σε αυτό το πακέτο. Κάτι μένει στη γλώσσα μου με απροσδιόριστη, εθιστική γεύση που ποτέ δε το ‘χα ξανανιώσει.
Κ φτάνει η στιγμή που θ’αλλάξω ρούχα κ θα ‘μαι πάλι κάτω. Κ θα ‘ναι Πάσχα, μα δε θα είναι το ίδιο. Ο θείος δε θα παίζει κιθάρα, η παρέα δε θα ‘ναι στο παγκάκι. Το βαρκάκι δε θα ‘ναι σε εκείνη τη θέση. Η μυρωδιά απ’τα άνθη θα είναι έντονη, δε θα την αντέχω, δε θα την έχω συνηθίσει. Η λαχτάρα να έβλεπα το αγόρι που μ’αρέσει, θα ‘ναι η λαχτάρα να πιω μια μπύρα με θέα το νησάκι. Δεν θα πάω στην περιφορά. Δε θα καπνίσω. Δε θα φορέσω στενό φορεματάκι κ χαμηλά μαύρα παπουτσάκια από λουστρίνι.
Το σώμα μου γέμισε κύκλους κ σχήματα. Η ανάσα μου βρωμάει κ φοράω αρώματα φτιαχτά. Το δέρμα μου είναι κίτρινο κ τα μαλλιά σκούρα.
Αυτή η μύτη μου όμως έμεινε ίδια.. Κι αγαπάει ό,τι μυρίζει κ θυμίζει […].

Για το Βαγγέλη,
για όσα μου έδωσε χωρίς να το καταλάβει.

η τηγανιά του ψαριού

February 24th, 2009

Μπαμπά η Αθήνα δεν είναι έτσι.. Όχι, δε σκέφτονται όλοι έτσι, μπαμπά μου, ξέρω τί εννοείς, αλλά προσέχω.. Είναι αλλιώς.. Αισθάνομαι μάλιστα ότι στα πιο επικίνδυνα για σένα μέρη, είναι τα καλύτερα παιδιά τώρα. Η Αθήνα ακμάζει και, μπαμπά, είμαι εκεί και το ζω! Είναι πολύ όμορφα.. Ξέρεις πόσος κόσμος ασχολείται με την τέχνη; Υπάρχει μια όμορφη τρέλα.. Ακόμα και πάρτυ στο δρόμο κάνουν, μπαμπά!! Είναι τέλειο, αν και μόνο από βιντεάκια μπόρεσα να τα δω, γιατί με ήθελες να δουλέψω για να βγάλουμε τα ενοίκια και αυτά που σου ρουφάω κάθε μήνα. Δεν πειράζει όμως! Έχω τόσες μέρες και χρόνια μπροστά που θα τα ζήσω όλα αυτά! Ε, μπαμπά;

Μέρες περνάνε, η μέρα μικραίνει, η νύχτα μεγαλώνει και δεν κοιμάμαι, μπαμπά στην Αθήνα..

Χέρια, χείλη με πιάνουν, καπνός με τυλίγει και έντονη μουσική χωρίς μελωδία. Αέρας φυσάει, βλέπω τη θάλασσα για μία φορά μετά από ένα μήνα. Τη νιώθω στο στόμα μου, στο στεγνό και κλειστό στόμα που δε θα ξαναμιλήσει ποτέ. Τα ψεύτικα μαλλιά που φόρεσα θα φύγουν, θα ερωτευτώ. Θα κρυφτώ σε μένα, πιο πίσω κι απ’το δαχτυλό μου.
Ποιος έκλεισε τη μουσική, ποιος πήρε τόσα τηλέφωνα; Τί θέλουν όλοι αυτοί στην πόρτα ξαφνικά;

Μπαμπά, βγαίνω βόλτα και δε νιώθω τον άνεμο αθώα να με χαιδεύει. Με στριμώχνουν στα στενά και με βιάζουν χέρια, γλώσσες. Δεν δακρύζω πια, δε τους φοβάμαι. Συνήθισα να έρχονται και να με ταξιδεύουν. Ακόμα κι ένα δευτερόλεπτο στη φαντασία μου το βάφω ό,τι χρώμα θέλω. Ροζ, κόκκινο, γαλάζιο.. Όχι δε φοβάμαι να τα ονομάσω. Δεν ντρέπομαι που ονειρεύομαι, δεν ντρέπομαι που δεν ξέρω τί θέλω. Απλά σιχαίνομαι τη στιγμή που έχεις δίκιο. Σιχαίνομαι κάθε που βουλιάζει η τέχνη που έβλεπα στην κάθε στιγμή που κοιτούσα κάποιον. Κάποτε έβλεπα τα υγρά μάτια των περαστικών και χαμογελούσα. Κι ήταν τόσοι οι περαστικοί, καλοί άνθρωποι. Τώρα;

Μπαμπά, αρχίζω να σκέφτομαι όπως όλοι; Πες μου, μπαμπά, σε παρακαλώ.. πες μου ότι δε θα πεθάνω η μισή. Πες μου ότι δε θα φύγει η νεφέλη από μέσα.. Ξέρεις, όταν φοβάμαι ότι κάποιος φεύγει, πάντα γεμίζω δάκρυα τα σεντόνια.. Σίγουρα μ’έχεις ακούσει.. Αλλά ποτέ δε σε ένοιαζε ούτε σένα..

Η Αθήνα με σκοτώνει. Με κορόιδεψε.. Η φωνή κάποιου από κει μέσα της μου λέει στο κεφάλι τώρα-τώρα «βλέπεις αυτό που θες να δεις». Ίσως με λυπάμαι πάλι. Ίσως απλά χάθηκα και δε το άντεξα. Πάλι θα γυρίσω; Πάλι δε θα κάνω βήμα;..

Είναι ωραία η αίσθηση της παλάμης στο τζάμι. Είναι ωραία τα δάκρυα με το χαμόγελο. Η θολή εικόνα της ζεστής ανάσας στο γυαλί. Ο ήλιος ξαπλωμένος στον απέναντι τοίχο. Η μουσική του yann tiersen από την αμελί μου. Όταν την έβαλα να τη δεις, κοιμήθηκες ρε ‘μπα..
Είναι ωραία η μοναξιά, όταν ξέρεις ότι έτσι δε θα σε πειράξει κανείς..
Είναι όμορφο, να σου θυμίζουν τα αντικείμενα που κρατάς, ανθρώπους.. Κι όχι το αντίστροφο..

Υπάρχουν φορές που αγαπάς τόσο δυνατά που δε το λες, γιατί είναι μεγαλύτερο από όλα τα άλλα. Είναι τόσο αφηρημένο.
Εγώ προτιμούσα όμως όλα να τα λέω.
Αυτό είναι και το τελευταίο post που ανέβηκε τα σκαλιά.. του ψαριού μου.
Κάποια στιγμή σύντομα όλα θα διαγραφούν.
Να είστε καλά.

Comptine d’un autre été: l’après midi by Yiann Tiersen

drops

January 3rd, 2009

Βγάζω το ρολόι, έτοιμη να ξαπλώσω. Το δέρμα μαζεύεται, ζαρώνει. Σκέφτομαι πως θα ‘ναι σε μερικά χρόνια. Δε βαριέσαι..
Στο αυτοκίνητο η μαμά μού κρατούσε το χέρι. Το βλέμμα της έφευγε από το παράθυρο. Εκείνο πάλι ήταν γεμάτο σταγόνες. Γύρισα αριστερά, κοιτούσα κι εγώ έξω πλέον. Οι σταγόνες στο τζάμι δεν σχημάτιζαν ονομάτα ούτε καρδούλες. Ήταν τόσο εύκολο να πονέσω πάλι.
Ένιωθα στο λαιμό μου μία πικρή γεύση κι έναν ελαφρύ πόνο, ένα σφίξιμο. Ήταν σα να είχα κάνει πολλά τσιγάρα την προηγούμενη μέρα και να ξύπνησα τώρα. Όμως δεν έγινε αυτό. Ύστερα η ξινίλα εμφανίζεται και στα ρουθούνια. Πρώτα στο ένα. Σε προειδοποιεί ότι μάλλον όπου να ‘ναι θα κλάψεις. Γύρνα να κοιτάξεις αλλού. Δάγκωσε τη γλώσσα, τα χείλια σου. Κάνε τα πάντα για να μην πέσει δάκρυ. Για να μην αναγκαστείς να το νιώσεις, να το πιστέψεις, να αναρωτηθείς, να ρωτήσεις. Δεν υπάρχει απάντηση.
Έφτιαξα πολλές ιστορίες και καταλήξεις εκείνες τις στιγμές. Κι όσο δυνατά κι αν χτυπούσε η καρδιά μου, δεν έσφιξα το χέρι της μάνας μου, για να μην με καταλάβει. Αυτό είναι το κόλπο στις μέρες μας. Να μη σε καταλάβουν. Αν σε καταλάβουν, θα σε πληγώσουν. Γιατί; Γιατί μπορούν. Σίμ-π(ο)λ.
Κι έτσι όταν άρχισαν να εμφανίζονται τα συμπτώματα, προσπάθησα να σκεφτώ κάτι όμορφο. Έτσι λένε οι καλοί μας φίλοι, που νοιάζονται και θέλουν το καλό μας. -Yes, ειρωνεία. – Σκέφτηκα, χωρίς να το θέλω, τις μικρές στιγμές στο μεγάλο σου μυαλό, αυτές που είμαι εγώ μέσα. Πώς να είμαι. Πώς ήμουν. Τί έγινε. Όχι, το τελευταίο, γάμησέ το. Ένα χαμόγελο που δεν τελείωνε πουθενά, θυμάμαι. Δεν θυμάμαι κίνηση, δε θυμάμαι άγχος. Μόνο φώτα. Φώτα παντού. Ύστερα, θολά τζάμια και κρύο. Ούτε εκεί ονόματα και καρδούλες. Δεν τόλμησα. Κι ευτυχώς.
Ξέρεις, κάποιοι στη ζωή γεννιούνται πρωταγωνιστές και ήρωες και κάποιοι άλλοι θεατές. Εγώ είμαι από κάτω όλα τα χρόνια. Να βλέπω, να συγκινούμαι, να δακρύζω. Δεν ενόχλησα κανέναν. Πολλές φορές σιώπησα. Πολλές φορές ούρλιαξα, αφού τελείωσε η παράσταση. Πολλές φορές η παράσταση ήταν τραγωδία. Όσες φορές κι αν τόλμησα να παίξω, γονάτισα. Λένε πως δεν άλλαξα, πως όμως θα σκληρύνω και θα μάθω. Και θα ξυπνήσω μια μέρα και θα είμαι κακιά. Και δε θα πονάω. Και δε θα συγκινούμαι, δε θα πιστεύω, δε θα εμπιστεύομαι. Και κάπου εδώ, ήσαστε περήφανοι μερικοί για μένα. «Γιατί ο τρελός όσο και να τον προδώσεις, σε εμπιστεύεται», κάπως έτσι διαβάζετε για μένα και τους υπόλοιπους σαν εμένα.
Τρέμει η ψυχή μου. Νιώθω σαν να με ξύνουν μυτερά φύλλα φοίνικα κάτω απ’το στήθος. Τα φύλλα γίνονται καρφιά και δε μπορώ να τα βγάλω απ’το σώμα μου. Δεν υπάρχει πια φόβος για τους άλλους. Μπήκαν μέσα μου. Εμένα φοβάμαι τώρα.
Είναι καλό να νιώθεις. Ό,τι κι αν είναι.
Έτσι λένε.