ψυ
Μ’άφησες μια μέρα κ δεν ξαναγύρισες. Ποιον στέλνεις τώρα;
Σε μια σειρά ήρθαν χτες, ήταν πέντε-έξι άτομα, περίμεναν να με πηδήξουν. Δεν μπορούσα να διαλέξω, δεν μπορούσα να αποφασίσω ποιον θέλω. Ήταν σαν πρότζεκτ, με μια πετσέτα στο κεφάλι. Μ’ένα φίλο ακούμπησα μύτη με μύτη, δεν τον πείραξα, δεν τον ακούμπησα.
Αγάπη. Ποια αγάπη;
-Πού είναι το καπάκι της οδοντόκρεμας γαμώ το χριστό μου;, φωνάζω με μαγκιά.
Εδώ μέσα κανείς δεν μπορεί να με ακούσει, να με μαζέψει. Καταφύγιο κ φυλακή. Και ποιός να έρθει; Κανείς δεν έρχεται, ούτε εσύ.
Και με χαιδεύουν στ’όνειρό μου κ στο τηλέφωνο οι φωνές τους οι γλυκές πώς μου κρατάνε συντροφιά, αν ήξερες θα ‘μουν η ξεχασμένη κουκίδα στο χάρτη. Πόσο πουτάνα γίνομαι όταν κοιμάμαι. Και ποια είναι η αλήθεια; Όταν δουλεύεις κ δουλεύω κ οι φίλοι μου χαμογελάνε, με περιμένουν, κι αυτοί είναι εκεί στην άκρη του τραπεζιού, πονάνε κι αυτοί, κρυώνουν κι αυτοί όταν φυσάει. Φοβάμαι, φοβούνται. Πώς να τους πω τί κάνω τα βράδια.
Έτρεχε το νερό, έτοιμη να ασπρίσω τον τοίχο κ το ταβάνι με φως κ σκοτάδι. Μαύροι κύκλοι κ ψάρια στο δωμάτιο, κολυμπάνε όπως το ποτό από χθες μέσα μου. Τί βλέπεις εσύ; Ποιον θα διαλέξεις για απόψε; Σα γριά γερασμένη σου ζητάω βοήθεια. Ένα λόγο να μου βρεις, να μείνω εδώ.
-Να σε πάρω εγώ μετα; Γιατί είμαι στο θέατρο. Ναι ρε μαμά μη φωνάζεις, σ’ακούω.
Φώναζε μαμά, φώναζε. Πού είσαι ρε μαμά; Και πού με άφησες; Γεμάτο πράγματα το σπίτι κ ούτε μία φωνή. Φοβάμαι σου λέω. Τους φοβάμαι. Και δεν πιστεύω. Τί να πιστέψω;, ουρλιάζω.
Και ο γείτονας χτυπάει το ντουλάπι στον τοίχο μου κ θα φορέσω ακουστικά να μην ακούω την αλήθεια.
Ακούγεται η σιωπή, σου λέω. Και τραγουδάει την ώρα που δίνομαι στα γράμματά τους, όλα ίδια, όλοι ίδιοι. Μοιάζουν πλέον, έναν τους βλέπω. Τσιγάρα άλλοι, ποτά, ζώνες, χέρια. Όμορφα χέρια κ μάτια όμορφα καμιά φορά. Δε με κοιτάνε. Δε θέλω να με κοιτάνε. Σκεπάζομαι με το πάπλωμα κ η στάμπα στο μαξιλάρι το πρωί δε φαίνεται κ την ξεχνάω μέχρι να βάλω τα γυαλιά. Σάλια κ δάκρυα, ποιος ξέρει..
Τύλιξέ με, ντύσε με, άλλαξέ με, τραγούδησέ μου κ μη φεύγεις το πρωί. Μη φεύγεις το πρωί. Μη φεύγεις το πρωί.
-Έλα ρε. Μήπως είδες πριν φύγεις το καπάκι της οδοντόκρεμας;
επειδή

ΕΠΕΙΔΗ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ…
ΕΠΕΙΔΗ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ…
ΕΠΕΙΔΗ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΝΙΩΘΕΙΣ…
ΕΠΕΙΔΗ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΨΑΧΝΕΙΣ…
ΕΠΕΙΔΗ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΘΕΣ…
ΕΠΕΙΔΗ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΝΟΜΙΖΕΙΣ;;