Σκεψεις μιας τελείας

HΤΑΝΕ ΚΑΠΟΙΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ 365 ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΠΟΥ ΠΕΡΝΑ
ΜΕΣΑ ΣΕ ΜΙΑ ΠΟΡΕΙΑ ΑΠΟ ΠΟΛΛΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΑ, ΔΥΣΑΡΕΣΤΑ
ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΣΚΕΨΗ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ
ΚΑΠΩΣ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΣΕ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ
ΕΡΧΕΤΑΙ Η ΤΑΡΑΧΗ, ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΣΙΓΟΥΡΑ ΕΙΧΑ ΚΑΙΡΟ ΝΑ ΝΙΩΣΩ
ΝΑ ΡΕΩ ΙΣΩΣ ΣΑΝ ΝΕΡΟ ΑΠΟ ΜΕΣΑ ΜΟΥ – ΧΑΧΑΧΑ ΣΑΝ ΜΙΚΡΟ ΠΑΙΔΙ
ΔΙΑΣΧΙΖΩ ΔΡΟΜΟΥΣ ΤΡΕΧΟΝΤΑΣ, ΜΕ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΟΜΩΣ
ΟΤΑΝ ΕΙΔΑ, ΗΤΑΝΕ ΚΑΤΙ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΤΗΝ ΣΤΙΓΜΗ ΕΚΕΙΝΗ
ΠΑΓΩΝΕ Ο ΧΡΟΝΟΣ
ΣΑΝ ΤΑΙΝΙΑ ΤΟΥ GUS VANT SANT NA ΠΑΙΖΕΙ ΜΠΡΟΣΤΑ ΜΟΥ
ΚΑΙ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΣΑΝ ΤΙΣ ZAZIEE ΝΑ ΠΑΘΑΙΝΕΙΣ ΠΛΑΚΑ
ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΙΣΩΣ ΑΡΧΙΣΕΙΣ ΝΑ ΤΡΕΜΕΙΣ, ΙΣΩΣ ΠΑΛΑΒΩΝΕΙΣ ΑΠΟ ΧΑΡΑ
ΟΠΩΣ ΠΟΤΕ, ΑΛΛΑ ΕΔΩ ΕΙΝΑΙ ΠΟΥ ΛΕΣ ΘΑ ΖΗΣΩ ΤΙΣ ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ
ΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
ΑΛΛΑ ΑΥΤΗ ΤΗ ΦΟΡΑ ΔΕΝ ΤΗΣ ΧΡΩΣΤΑΣ
ΑΠΛΑ ΤΟ ΑΞΙΖΕΙΣ, ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΕΣΥ ΕΚΕΙ ΕΞΩ ΞΕΡΩ ΥΠΑΡΧΕΙΣ
ΚΑΙ ΣΟΥ ΛΕΩ ΕΤΣΙ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ ΝΑ ΖΩ
ερώτηση
Αναρωτιέμαι πού και πού
το λόγο ψάχνω, που δε μπορώ να σε μισήσω
Που όταν τυχαίνει, χαράζεις πάνω μου το όνομά σου
και φεύγεις το ξημέρωμα, όπως πάντα έφευγες, όπως πάντα ήσουν: άδειος.
Μισός. Θολός καπνός στα μαγαζιά που υποδύεσαι το αγόρι των ονείρων,
Γερμένος προς τα δεξιά, σκύβοντας προς τα κάτω το κεφάλι,
δεν τις κοιτάς. Γυναίκες ανασφάλειες για να γεμίσεις το εγώ σου
λίγη ακόμα μαρμελάδα φράουλα και ψίχουλα στο στρώμα.
Φωνάζει η μάνα, σε μαλώνει. Η μόνη που ακούς, η μόνη που σέβεσαι στ’αλήθεια.
Αλήθεια, ήσουν ποτέ αυτό που λέει ο λαός; Ο εαυτός σου;
Πού είναι αυτός;
Αναρωτιέμαι πού και πού