πόλεμος ονείρων

July 23rd, 2009

Εδώ είμαι πάλι, στο λευκό φόντο, να περιγράφω μια από τις πιο μεγάλες στιγμές της ζωής μου. Οι στιγμές οι δικές μου, οι αγαπημένες, είναι εκείνες που καταφέρνεις να ξεφεύγεις απ’το φόβο που το ίδιο σου το μυαλό δημιουργεί.
Όσα έχεις ζήσει σε κυνηγάνε. Τις πιο ακατάλληλες ώρες.

Τις τελευταίες νύχτες, με βρίσκω να ξυπνάω τρομαγμένη, από εφιάλτες που ποτέ δεν πίστευα ότι ο ανθρώπινος νους μπορεί να φτιάξει απλά για τον ύπνο. Πιο πολύ μοιάζουν με θρίλερ..
Απόψε, λίγο πριν κοιμηθώ, έχοντας για παρέα στο δωμάτιο τον αγαπημέλο μου σκύλο, μου ‘ρθε σαν εικόνα από το πουθενά κ μέσα σε πέντε δευτερόλεπτα φτιάχτηκε η εξής ιστορία:

Εγώ, όπως είμαι στο κρεβάτι, τεμαχισμένη, μέσα στα αίματα. Οι γονείς μου στην πόρτα κ ο σκύλος μου με αίμα στη μουσούδα. «Όχι», φώναζα μέσα μου, «δε το έκανε αυτός», ενώ ξέρω πως είμαι νεκρή κ δε θα μάθουν ποτέ ποια είναι η αλήθεια. Κ μπορεί να τον σκοτώσουν τώρα που νομίζουν πως με σκότωσε. Άλλοι το έκαναν, μας παγίδευσαν. «Όχι», φωνάζω, «δε το έκανε αυτός», ενώ καταλαβαίνω ότι ήταν απλά μια εικόνα που ήρθε στο μυαλό.
Μετά από αυτά τα δευτερόλεπτα, προσπάθησα να σκεφτώ μια ασφαλή λύση για το δωμάτιο μου. Τί θα μπορούσε να με κάνει να νιώσω ασφαλής εδώ μέσα, μιας που – μην κοροιδευόμαστε – φοβάμαι πολύ.
Πιέζοντας τον εαυτό μου, το μόνο που σκέφτηκα να «κρατάει» την πόρτα για να μην μπει μέσα το «κακό», ήταν η εικόνα της μάνας μου.. κρεμασμένη. Κλάματα. Σοκάρομαι κ αρχίζω να τρέμω. «Δεν είμαι καλά».
Κάπου εκεί χάνω επαφή. Το μόνο που βλέπω σαν επόμενη εικόνα κ επιστροφή στην πραγματικότητα, είναι το αγαπήμενο αγχολυτικό μου: ένα τσιγάρο τώρα.

Σα 16χρονο που το σκάει να βρει τ’αγόρι του, αφού βρήκα σ’ένα συρτάρι μια τεράστια φόρμα του αδερφού μου κ έκρυψα στις τσέπες καπνούς, φιλτράκια κτλ, έφυγα σα τη γάτα για το πιο πάνω μπαλκόνι. Ο σκύλος μαζί μου.
Η όλη φωτογραφία θυμίζει ζωγραφιά, συνοδευόμενη από ένα ελαφρύ αεράκι, ο,τι πρέπει για την αγκαλιά που χρειαζόμουν. Φτάνω κ κάθομαι στην καρέκλα που κάθεται συνήθως η γιαγιά μου, έξω ακριβώς από την πόρτα της.

«Δεν είμαι καλά κ ήρθα να κάνω ένα τσιγάρο. Τα υπόλοιπα αύριο». Μίλησα μέσα μου, απαντώντας στην ανύπαρκτη ερώτηση της πιθανής εφόδου απ’τους παππούδες. Στρίβω.
Κάνω πολλή ώρα να στρίψω κ αυτό δε βοηθάει το μυαλό μου. Το ετοίμασα κ σηκώθηκα να χαζέψω. Το μπαλκόνι συνεχίζει σε ορθή γωνία, όπου το άλλο του μισό κοιτάει τη δύση κ τη γειτονιά. Η κληματαριά, εξαπλωμένη σε όλο το κάγκελο, η παλιά γειτονιά όπου μεγαλώσαμε κ πίσω μου ο κανένας που φοβάμαι. Γυρνάω ξανά, με τον αναπτήρα στο χέρι. Το αεράκι αγριεύει λίγο την ώρα που γεννιέται η φλόγα, αλλά είμαι αποφασισμένη.
Άλλα λίγα λεπτά από τη ζωή μου, τα χαρίζω για να είμαι καλά από μέσα. Πιο βαθιά απ’τα πνευμόνια, πιο
βαθιά από μένα.

Η εικόνα, αυτή τη φορά πραγματική. Μαγευτική. Ο απλωτός της γιαγιάς.. μανταλάκια χωρίς χρώμα, λόγω του σκούρου ακόμα ουρανού, το τοπίο του νησιού.. με τη θάλασσα να ‘ναι ήρεμη κ συνάμα ερεθισμένη απο το δροσερό αεράκι..
Θα ορκιζόμουν ότι αυτές τις στιγμές, μαζί με μένα, ανατρίχιαζε κάθε κύμα που έσκαγε στα χαλίκια. Μόνο αυτό ακουγόταν στα ψηλά.
Ο σκύλος μου, ένα πάτωμα πιο κάτω, με ψάχνει. Του σφυράω σιγανά, μα είναι βλακάκος κ χάνεται συνέχεια.

Μένω εκεί πάνω. «Κάποτε θα ‘φύγει’ η γιαγιά κ ο παππούς». Πάλι μαυρίλα στην ψυχή για λίγο.
..Κάπου στη μέση του, το πετάω. Ο φόβος μην μπει κανείς στο δωμάτιο κ λείπω, με κάνει να φοβάμαι περισσότερο κι από κοπάνα στο σχολείο. Δεν ξέρω γιατί.

Σέρνοντας τη φόρμα κι έχοντας πια χαλαρώσει λίγο, κατεβαίνω. Προσέχω τον ουρανό. Κλείνω με προσοχή τις σιδερένιες καγκελόπορτες των σκαλιών κ συναντώ το σκύλο μου, με την πιο ηλίθια φάτσα, να με περιμένει. Η θάλασσα με καλούσε να βουτήξω λίγο τα πόδια μου κ δεν αρνήθηκα.
Κατεβήκαμε μαζί. Αυτός, όντας τετράποδο, με ξεπερνάει πάντα κ χαίρεται σα να κέρδισε αγώνα δρόμου χιλιομέτρων. Μπροστά μου ανοίγεται εκείνη η ώρα που είναι πιο όμορφη απ΄την ανατολή. Το «λίγο πριν».

Νιώθω την άμμο δροσερή στις πατούσες μου, ένα απαλό, μαλακό στρώμα που με χαλάρωνε όμορφα, λες κ την περπατούσα πρώτη φορά.
Κατευθύνομαι προς τα θαλάσσια ποδήλατα του παππού, αραγμένα εκεί που η θάλασσα γλείφει την άμμο.
Ανεβήκαμε μαζί στο ένα κ εκεί σήκωσα τη φόρμα μέχρι τις γάμπες μου. Θα την έκανα την τρέλα, αλλά το αεράκι θα με πάγωνε μέχρι το κόκκαλο..
Αφού βούτηξα τα πόδια μου στα ρηχά νερά, έβαλα στο στόμα μου δυο φύλλα βασιλικού που έκλεψα από μια γλάστρα του παππού. Μετά ξεπλύθηκα με αλμυρό νερό. Πολύ αλμυρό φέτος.

Έμεινα μόνη να ακούω τις πατημασιές του σκύλου μου να απομακρύνονται παιχνιδιάρικα προς τα δεξιά μου, χάνοντας το βλέμμα μου στα τελευταία φώτα προς το λιμάνι. Εκατοντάδες αντανακλάσεις ζωγράφιζαν ίσιες γραμμές στην επιφάνεια του νερού κ κάπου κάπου γίνονταν καμπύλες για το σχεδόν ανύπαρκτο κύμα. Ο σκύλος μου ήταν ήδη μακριά.

Χαμόγελο. Το μόνο που ακούγεται είναι το ήρεμο νερό κ τα κουπιά του πρώτου ψαρά στην ξύλινη βαρκούλα. Πάει για το καΐκι. Κι άλλο χαμόγελο. Πιο ψηλά, μένουν οι «πρωταγωνιστές». Αυτοί που παίζουν κ τη νύχτα κ για λίγο την ημέρα, αυτοί τα βλέπουν όλα. Δυο άστρα λαμπέρα, ένα στην ανατολή κ ένα πιο κάτω προς το νότο, το ίδιο φωτεινό.

Χαμηλά στην ανατολή κ μέχρι να σηκώσεις το κεφάλι χωρίς να σε πονέσει, χρώματα μωβ, πορτοκαλί, κίτρινα, πράσινα, γαλάζια. Στο μικρό νησί ζει μόνο ο σταυρός των αγίων αποστόλων, τα βράχια του κοιμούνται αυτή την ώρα.

Κάπου εδώ ηρεμώ.

Κάπου εδώ σφυράω στο σκύλο μου κ μέχρι να κατεβώ απ΄το ποδήλατο, να χαμογελάσω κ να φτάσω στα σκαλιά, έχει διανύσει περίπου εκατό μέτρα κ με ‘χει φτάσει.

Κάποιες στιγμές δε μπορείς να τις περιγράψεις.

Κάποια λεπτά μοιάζουν με μέρες ολόκληρες. Αλήθεια.

Αυτή ήταν η νύχτα μου.
Γεμάτη τρόμο, φόβο κ άγχος
Γεμάτη μοναξιά, συντροφιά, ομορφιά κ αγάπη.
Μέτρα ποια είναι περισσότερα κ πες μου τί όνειρο θα δω. =)

Από το πιο όμορφο «στεριανό» νησί – μόνο γι’απόψε..
Καλημέρα