εικονες

April 26th, 2009

Εικόνες ξεχασμένες στο συρτάρι σου
Φτιαγμένες από φως κι από αγάπη
Θνητές εικόνες, χαρτί τους έδωσε ο Θεός για σώμα
Αυτές και άλλες τόσες στο παλάτι σου
Χρώματα φτύνουνε στον ψεύτικο ουρανό σου

Πίσω τους στέκονται τα λαίμαργα σκυλιά
Και κάθε τόσο ο φόβος πλησιάζει.

Κατέβασέ το,
αυτό κρύβει τα μάτια σου
Το σχήμα αυτό, τον κόσμο σου στοιχειώνει
Σε γδύνει, σε πετάει κάτω, σέρνεσαι
Στον ύπνο, στο λαιμό, σαν κόμπος δένεσαι
Τα λαίμαργα σκυλιά κάποιος σκοτώνει.

Η θλίψη σου μαύρη σκιά, η ευχαρίστησή σου τόση.

Τον πάγο σου άξαφνα βαρύ στο δέρμα αισθάνομαι
κι οι ξένοι, σου το λέω, γι’αυτό θα φύγαν.
Κομμάτια τα χαρτιά άσε να γίνονται

Άσε.. ακόμα κι η ζωή καμιά φορά βουλιάζει
Ξεκούραστες ας είναι οι δικές σου
Βαριές στο πρόσωπό μου ασ’τες να πέσουν
Κι ο θάνατός τους με γιορτή θα μοιάζει
τις σκέψεις σου αυτές να μη φοβάσαι.

Κάτι μυρίζει

April 12th, 2009

«Δεν ξέρω τί να γράψω». Το googlαρα, έβγαλε αρκετά, αστεία αποτελέσματα. Πλέον, λογικά, είμαι μέσα σ’αυτά. Ε ναι λοιπόν, δεν ξέρω τί να γράψω. Δυο μέρες τώρα, μπορεί να πιάνει κ βδομάδα δηλαδή, δεν ξέρω, θέλω να γράψω, αλλά δεν ξέρω τί.
Μάλλον θα καταλήξω στο γνωστό ημερολογιακό γράψιμο. Αυτό που λες για το τί πέρασες τις τελευταίες μέρες, ώρες, κτλ..
Φταίει, τελικά, φταίει. Εκείνη η μυρωδιά, που περνάει στη μύτη μου κ αναγκάζει το κεφάλι μου να γέρνει προς τα πίσω. Κι ο ουρανός να ‘ναι γαλάζιος κ να μη βλέπω ίχνος νέφους κ βρώμας. Μόνο πάνω στα αυτοκίνητα κάτι φορές, μικρή ζωγράφιζα εκεί. “Μικρή είσαι ακόμα”. Ακόμα ζωγραφίζω. Κι αφήνω τη καφέ σκόνη στα ρούχα μου, να μου θυμίζει αυτή τη μυρωδιά. Κι αυτή η μυρωδιά από μόνη της μού θυμίζει τα μαντηλάκια, τα ξεβαφτικά. Ψάχνω να βρω στη συσκευασία το άρωμα που κανονικά θ’αναγραφόταν κάπου. “Άρωμα απ’το παρελθόν σου” ή απλά “γαρδένια”, “γιασεμί” ή κάτι με πέταλα τελοσπάντων κ δίπλα ίσως μία μικρή εικόνα του άνθους. Τίποτα όμως. Το χαίρομαι να ξεβάφομαι γιατί κάτι μου θυμίζει.
Ένα γαλάζιο παντελόνι φορούσα, νομίζω ήταν Αύγουστος. Δε θυμάμαι χρονιά, αλλά αν το στύψω, θα θυμηθώ σίγουρα. Πάντως δεν έχει σημασία. Σε ένα βαρκάκι καθόμουν, το ‘χανε παρατήσει έξω μήνες, μπροστά ακριβώς από το ξύλινο αρχαίο παγκάκι, κάτω απ’το σπίτι μου. Η παρέα μαζευόταν εκεί. Κάποιον θα “αγαπούσα” τότε, εκεί κάθε βράδυ, όλες οι μέρες ίδιες. Ολόιδιες. Τόσο συνηθισμένη η μυρωδιά της θάλασσας, των λουλουδιών της σπαστικής γριάς γειτόνισσας, του φαγητού “της ώρας όλα” απ’τις ταβέρνες, που ποτέ άλλοτε δεν είχα ανάμνηση ίδια. Η σκύλα μου στη θάλασσα, έκανε μπάνιο. Δεκάδες Αθηναίοι να τρώνε κ να ακούν τη ζωντανή μουσική να βγαίνει από τα δάχτυλα κ την κιθάρα του θείου μου. Όλους “Αθηναίους” τούς λέμε. Τους επισκέπτες. “Είμαστε αλάνια, διαλεχτά παιδιά μέσα στην πιάτσα” κι όλα αυτά συνηθισμένα. Κάθε βράδυ, κάθε παρασκευή, κάθε τετάρτη κ σάββατο η ίδια ιστορία.
Το γαλάζιο παντελόνι μου εκείνο το βράδυ λερώθηκε με αίμα. Έφαγα κι ένα χαστούκι απ’τη μάνα μου όταν της το ‘πα. Είναι έθιμο, λέει. Ήμουν ευτυχισμένη, σκεφτόμουν ότι επιτέλους θα ξυπνήσει το σώμα μου κ για να το πω τελείως ωμά, έλεγα ότι θα γίνω γυναίκα, θα έχω βυζιά. Μέχρι τότε ήταν πλάκα τα γαλόνια.
Το σώμα μου ήταν σα στέκα. Αδύνατο, ίσιο, μαύρο από τον ήλιο. Τα μαλλιά μου πάντα λιγδωμένα, πρόκα. Μαύρα στη ρίζα, ξανθά στις άκρες. Το άνοιγμα στα δόντια μου ήταν πιο μεγάλο. Αν κρατούσα νερό στο στόμα κ το πίεζα θα πεταγόταν από εκεί ανάμεσα σαν από νεροπίστολο.
Από εκεί κ πέρα άρχισα να πονάω. Να βλέπω αλλιώς τα πράγματα. Να καταλαβαίνω κ να κάνω πως δεν. Να γράφω, να ονειρεύομαι. Να μυρίζω. Να θυμάμαι. Κ τώρα οι πορτοκαλιές από κάτω, μου θυμίζουν όλα τα Πάσχα κ όλα τα καλοκαίρια που έχω ζήσει. Κι ας είναι όλα καρμπόν. Καμιά φορά όταν βάζω στην πόρτα το κλειδί κ περπατάω στις μύτες για να μην ακουστεί το τακούνι, ρουφάω μία τελευταία πριν μπω στο βρωμερό σπίτι μου. Κ γίνομαι κυνική. Μου θυμίζει τόσο το Πάσχα, την περιφορά, που περνάμε μέσα από τα στενά στο χωριό κ ψάλλουμε, που το άρωμα του άνθους μού φέρνει την εικόνα του επιταφίου.
Κι έχω μια γεύση από χθες, μάλλον απ’το τσιγάρο. Δεν είναι η σαπίλα, κάτι καλό έβαλαν σε αυτό το πακέτο. Κάτι μένει στη γλώσσα μου με απροσδιόριστη, εθιστική γεύση που ποτέ δε το ‘χα ξανανιώσει.
Κ φτάνει η στιγμή που θ’αλλάξω ρούχα κ θα ‘μαι πάλι κάτω. Κ θα ‘ναι Πάσχα, μα δε θα είναι το ίδιο. Ο θείος δε θα παίζει κιθάρα, η παρέα δε θα ‘ναι στο παγκάκι. Το βαρκάκι δε θα ‘ναι σε εκείνη τη θέση. Η μυρωδιά απ’τα άνθη θα είναι έντονη, δε θα την αντέχω, δε θα την έχω συνηθίσει. Η λαχτάρα να έβλεπα το αγόρι που μ’αρέσει, θα ‘ναι η λαχτάρα να πιω μια μπύρα με θέα το νησάκι. Δεν θα πάω στην περιφορά. Δε θα καπνίσω. Δε θα φορέσω στενό φορεματάκι κ χαμηλά μαύρα παπουτσάκια από λουστρίνι.
Το σώμα μου γέμισε κύκλους κ σχήματα. Η ανάσα μου βρωμάει κ φοράω αρώματα φτιαχτά. Το δέρμα μου είναι κίτρινο κ τα μαλλιά σκούρα.
Αυτή η μύτη μου όμως έμεινε ίδια.. Κι αγαπάει ό,τι μυρίζει κ θυμίζει […].

Για το Βαγγέλη,
για όσα μου έδωσε χωρίς να το καταλάβει.