Στο μετρό Αιγάλεω δεν πληρώνεις εισιτήριο
Στο μετρό του Αιγάλεω δεν πληρώνεις εισιτήριο.
Σύνταγμα, μ’αρέσει το φως στο συντριβάνι. Κάπου εκεί, δίπλα στα skater boys, είναι στημένο ένα σπιτάκι. Δε θυμάμαι τί έλεγε, αλλά δε με ενδιέφερε κ τόσο. Κανείς μέσα, γραφεία. Πολύς ο κόσμος, κατευθυνόμενος προς Ερμού. Πολύς ο κόσμος που κατέβαινε κ τα σκαλιά για το μετρό. Βγάζω εισιτήριο, χαιρετάω τη φίλη μου κ κατευθύνομαι προς ‘Αιγάλεω/Εθνική Άμυνα’. Ώπα; Πολύ καθαρό, άσπρο το φόντο στην επιγραφή. Μάλλον το άλλαξαν από ‘Αεροδρόμιο’. Ναι, αυτό έγινε. Συνεχίζω.
Σκέφτομαι ότι δεν έχω κινητό. Τί ωραία που είναι, δεν έχεις εκείνο το άγχος ‘τί ώρα είναι;’, ‘με κάλεσε κανείς;’, τίποτα. Τουλάχιστον δεν έκλεψαν τη μηχανή μου. Αν είχα μπροστά μου τον ξεδοντιάρη που μου το βούτηξε θα τον άρχιζα με την LiFO, ορκίζομαι! Τί θα κάνω τόση ώρα στο μετρό; Βαριέμαι τις διαδρομές. Βρίσκω θέση να περιμένω τα 3’ για να πλησιάσει το τρενάκι. Γεμάτος ο χώρος, πνίγομαι σχεδόν.
Διαβάζω 123 λόγους να αγαπάς το κολωνάκι. Too gay for me, πολύ διαφήμιση, προτιμώ την άλλη πλευρά. Παρ’όλα αυτά, συνέχιζω να διαβάζω. Το τρενάκι έφτασε, τσακίζω τη σελίδα κ βουρ να βρω θέση. Μισώ το όρθιο, αν κ έχω καλή ισορροπία. Τέλεια, είναι το ροζ τρενάκι, με τις υπέροχες θέσεις που σου ανακουφίζουν την πλάτη. Κάθομαι όσο πιο κολλητά μπορώ στο κάθισμα, να απολαύσω την εφημερίδα μου. Βαριέμαι.
Επόμενη στάση: Κεραμεικός. Αχ, φτάνουμε. Τί ακούω, όμως; Μια γνώριμη φωνή, απλή. Ορθοφωνία δεν έχει κάνει. Κάτι εξιστορεί, κάτι άσχημο. Κάτι που δεν έχω ιδέα πότε έγινε. Κάτι για μια κοπέλα. Δεν προλαβαίνω να καταλάβω, αλλάζω σελίδα μα δε τη διαβάζω. Το βλέμα μου πέφτει στην τσάντα της κοπέλας απέναντί μου. Τί να έγινε; Είδα αρκετούς μπάτσους στο δρόμο, ο ταξιτζής με προειδοποίησε, είπε κ για μια ληστεία στο τηλέφωνο σ’έναν άλλο ταριφά, αλλά πάλι δεν ασχολήθηκα. Λες γι’αυτά να έλεγε κ η εκφωνήτρια;
Αιγάλεω: Τερματικός προορισμός. Ένα αγόρι λέει την ίδια ιστορία, είναι βέβαια σε άλλο σημείο. Πάλι το χάνω. Βγαίνω τελευταία, δε μου αρέσει που βιάζονται όλοι να ανέβουν την σκάλα. Κάτι πατάω, είναι άσπρο χαρτί, όχι Α4, πιο μικρό. Κάτι γράφει. ‘Αλληλεγγύη στην Κούνεβα’. Έχει κ πατημασιά επάνω. Σκέτη τέχνη. Το μαζεύω.
Πολλά χαρτάκια. Βρώμικο το μετρό, γουστάρω. Ανεβαίνω τη σκάλα με τους τελευταίους. Να τα κ τα μπατσικά. Όλο κ μαυρίζουν οι εικόνες που μπαίνουν στα μάτια μου. Όλο κ πιο σκοτεινά ρούχα, όλο κ πιο ψαγμένοι άνθρωποι. Φτάνω στα μηχανηματάκια επικύρωσης εισιτηρίων. Φοράνε σακούλες σκουπιδιών κ είναι πνιγμένα με μονοταινίες. Δίπλα περήφανοι νέοι. Κι άλλα, περισσότερα χαρτάκια. ‘Καμια ειρήνη με τ’αφεντικά’, το μαζεύω. Κι άλλο, κι άλλο. Πρέπει να με έβριζαν οι πίσω μου που σταματούσα, αλλά ποιος χέστηκε; Περπατάω αργά, ένα χαμόγελο σχηματίζεται στο πρόσωπό μου. Ποτέ πριν δεν ήμουν τόσο κοντά σ’αυτό που πολλοί ονομάζουν σκοτεινή νεολαία. Τα μηχανήματα κλειστά, οι κάμερες κ αυτές μασκαρεμένες μπαζοσακούλες. Γελάω. Γελάνε κ τα παιδιά μαζί μου. Ένα μεγάλο πανό φωνάζει για δολοφονία.
Αφού δε μου έκλεψαν τη μηχανή σήμερα, είπα να τη χρησιμοποιήσω. Διστακτικά τραβάω μία τα χαρτάκια. Κι άλλη μία την κάμερα, κι άλλη μία προς τα παιδιά. ‘Κοπελιά;’
Φοβισμένη γυρνάω, λέω εμένα θα λέει τώρα.. Ένα καθαρό, φωτεινό πρόσωπο μου ζητάει: ‘Μπορείς να βγάλεις ό,τι θες.. αλλά όχι πρόσωπα.’
Της χαμογελάω, ‘μην ανησυχείς’. Απ’τις σκάλες χτυπάω μερικές ακόμη, γεμάτη απορία κ ενθουσιασμό που έκλεψα λίγο από αυτό που θαυμάζω σε αυτά τα παιδιά.
Στο ταξί για το σπίτι, το τοπίο απέναντι μου με τον υπέροχο μπλε-πορτοκαλί ουρανό φάνταζε τόσο μικρής αξίας μπροστά στο φωτεινό σκοτάδι που είδα στο μετρό. Ένιωσα ότι φωτογράφισα επιτέλους κάτι που υπάρχει, κάτι που δεν είναι μόνο στο δικό μου το μυαλό. Κάτι που άλλοι πατάνε με τα παπούτσια τους κ δεν διαβάζουν καν τι γράφει κ άλλοι αγωνίζονται γι’αυτό.



