η τηγανιά του ψαριού

February 24th, 2009

Μπαμπά η Αθήνα δεν είναι έτσι.. Όχι, δε σκέφτονται όλοι έτσι, μπαμπά μου, ξέρω τί εννοείς, αλλά προσέχω.. Είναι αλλιώς.. Αισθάνομαι μάλιστα ότι στα πιο επικίνδυνα για σένα μέρη, είναι τα καλύτερα παιδιά τώρα. Η Αθήνα ακμάζει και, μπαμπά, είμαι εκεί και το ζω! Είναι πολύ όμορφα.. Ξέρεις πόσος κόσμος ασχολείται με την τέχνη; Υπάρχει μια όμορφη τρέλα.. Ακόμα και πάρτυ στο δρόμο κάνουν, μπαμπά!! Είναι τέλειο, αν και μόνο από βιντεάκια μπόρεσα να τα δω, γιατί με ήθελες να δουλέψω για να βγάλουμε τα ενοίκια και αυτά που σου ρουφάω κάθε μήνα. Δεν πειράζει όμως! Έχω τόσες μέρες και χρόνια μπροστά που θα τα ζήσω όλα αυτά! Ε, μπαμπά;

Μέρες περνάνε, η μέρα μικραίνει, η νύχτα μεγαλώνει και δεν κοιμάμαι, μπαμπά στην Αθήνα..

Χέρια, χείλη με πιάνουν, καπνός με τυλίγει και έντονη μουσική χωρίς μελωδία. Αέρας φυσάει, βλέπω τη θάλασσα για μία φορά μετά από ένα μήνα. Τη νιώθω στο στόμα μου, στο στεγνό και κλειστό στόμα που δε θα ξαναμιλήσει ποτέ. Τα ψεύτικα μαλλιά που φόρεσα θα φύγουν, θα ερωτευτώ. Θα κρυφτώ σε μένα, πιο πίσω κι απ’το δαχτυλό μου.
Ποιος έκλεισε τη μουσική, ποιος πήρε τόσα τηλέφωνα; Τί θέλουν όλοι αυτοί στην πόρτα ξαφνικά;

Μπαμπά, βγαίνω βόλτα και δε νιώθω τον άνεμο αθώα να με χαιδεύει. Με στριμώχνουν στα στενά και με βιάζουν χέρια, γλώσσες. Δεν δακρύζω πια, δε τους φοβάμαι. Συνήθισα να έρχονται και να με ταξιδεύουν. Ακόμα κι ένα δευτερόλεπτο στη φαντασία μου το βάφω ό,τι χρώμα θέλω. Ροζ, κόκκινο, γαλάζιο.. Όχι δε φοβάμαι να τα ονομάσω. Δεν ντρέπομαι που ονειρεύομαι, δεν ντρέπομαι που δεν ξέρω τί θέλω. Απλά σιχαίνομαι τη στιγμή που έχεις δίκιο. Σιχαίνομαι κάθε που βουλιάζει η τέχνη που έβλεπα στην κάθε στιγμή που κοιτούσα κάποιον. Κάποτε έβλεπα τα υγρά μάτια των περαστικών και χαμογελούσα. Κι ήταν τόσοι οι περαστικοί, καλοί άνθρωποι. Τώρα;

Μπαμπά, αρχίζω να σκέφτομαι όπως όλοι; Πες μου, μπαμπά, σε παρακαλώ.. πες μου ότι δε θα πεθάνω η μισή. Πες μου ότι δε θα φύγει η νεφέλη από μέσα.. Ξέρεις, όταν φοβάμαι ότι κάποιος φεύγει, πάντα γεμίζω δάκρυα τα σεντόνια.. Σίγουρα μ’έχεις ακούσει.. Αλλά ποτέ δε σε ένοιαζε ούτε σένα..

Η Αθήνα με σκοτώνει. Με κορόιδεψε.. Η φωνή κάποιου από κει μέσα της μου λέει στο κεφάλι τώρα-τώρα «βλέπεις αυτό που θες να δεις». Ίσως με λυπάμαι πάλι. Ίσως απλά χάθηκα και δε το άντεξα. Πάλι θα γυρίσω; Πάλι δε θα κάνω βήμα;..

Είναι ωραία η αίσθηση της παλάμης στο τζάμι. Είναι ωραία τα δάκρυα με το χαμόγελο. Η θολή εικόνα της ζεστής ανάσας στο γυαλί. Ο ήλιος ξαπλωμένος στον απέναντι τοίχο. Η μουσική του yann tiersen από την αμελί μου. Όταν την έβαλα να τη δεις, κοιμήθηκες ρε ‘μπα..
Είναι ωραία η μοναξιά, όταν ξέρεις ότι έτσι δε θα σε πειράξει κανείς..
Είναι όμορφο, να σου θυμίζουν τα αντικείμενα που κρατάς, ανθρώπους.. Κι όχι το αντίστροφο..

Υπάρχουν φορές που αγαπάς τόσο δυνατά που δε το λες, γιατί είναι μεγαλύτερο από όλα τα άλλα. Είναι τόσο αφηρημένο.
Εγώ προτιμούσα όμως όλα να τα λέω.
Αυτό είναι και το τελευταίο post που ανέβηκε τα σκαλιά.. του ψαριού μου.
Κάποια στιγμή σύντομα όλα θα διαγραφούν.
Να είστε καλά.

Comptine d’un autre été: l’après midi by Yiann Tiersen