drops

January 3rd, 2009

Βγάζω το ρολόι, έτοιμη να ξαπλώσω. Το δέρμα μαζεύεται, ζαρώνει. Σκέφτομαι πως θα ‘ναι σε μερικά χρόνια. Δε βαριέσαι..
Στο αυτοκίνητο η μαμά μού κρατούσε το χέρι. Το βλέμμα της έφευγε από το παράθυρο. Εκείνο πάλι ήταν γεμάτο σταγόνες. Γύρισα αριστερά, κοιτούσα κι εγώ έξω πλέον. Οι σταγόνες στο τζάμι δεν σχημάτιζαν ονομάτα ούτε καρδούλες. Ήταν τόσο εύκολο να πονέσω πάλι.
Ένιωθα στο λαιμό μου μία πικρή γεύση κι έναν ελαφρύ πόνο, ένα σφίξιμο. Ήταν σα να είχα κάνει πολλά τσιγάρα την προηγούμενη μέρα και να ξύπνησα τώρα. Όμως δεν έγινε αυτό. Ύστερα η ξινίλα εμφανίζεται και στα ρουθούνια. Πρώτα στο ένα. Σε προειδοποιεί ότι μάλλον όπου να ‘ναι θα κλάψεις. Γύρνα να κοιτάξεις αλλού. Δάγκωσε τη γλώσσα, τα χείλια σου. Κάνε τα πάντα για να μην πέσει δάκρυ. Για να μην αναγκαστείς να το νιώσεις, να το πιστέψεις, να αναρωτηθείς, να ρωτήσεις. Δεν υπάρχει απάντηση.
Έφτιαξα πολλές ιστορίες και καταλήξεις εκείνες τις στιγμές. Κι όσο δυνατά κι αν χτυπούσε η καρδιά μου, δεν έσφιξα το χέρι της μάνας μου, για να μην με καταλάβει. Αυτό είναι το κόλπο στις μέρες μας. Να μη σε καταλάβουν. Αν σε καταλάβουν, θα σε πληγώσουν. Γιατί; Γιατί μπορούν. Σίμ-π(ο)λ.
Κι έτσι όταν άρχισαν να εμφανίζονται τα συμπτώματα, προσπάθησα να σκεφτώ κάτι όμορφο. Έτσι λένε οι καλοί μας φίλοι, που νοιάζονται και θέλουν το καλό μας. -Yes, ειρωνεία. - Σκέφτηκα, χωρίς να το θέλω, τις μικρές στιγμές στο μεγάλο σου μυαλό, αυτές που είμαι εγώ μέσα. Πώς να είμαι. Πώς ήμουν. Τί έγινε. Όχι, το τελευταίο, γάμησέ το. Ένα χαμόγελο που δεν τελείωνε πουθενά, θυμάμαι. Δεν θυμάμαι κίνηση, δε θυμάμαι άγχος. Μόνο φώτα. Φώτα παντού. Ύστερα, θολά τζάμια και κρύο. Ούτε εκεί ονόματα και καρδούλες. Δεν τόλμησα. Κι ευτυχώς.
Ξέρεις, κάποιοι στη ζωή γεννιούνται πρωταγωνιστές και ήρωες και κάποιοι άλλοι θεατές. Εγώ είμαι από κάτω όλα τα χρόνια. Να βλέπω, να συγκινούμαι, να δακρύζω. Δεν ενόχλησα κανέναν. Πολλές φορές σιώπησα. Πολλές φορές ούρλιαξα, αφού τελείωσε η παράσταση. Πολλές φορές η παράσταση ήταν τραγωδία. Όσες φορές κι αν τόλμησα να παίξω, γονάτισα. Λένε πως δεν άλλαξα, πως όμως θα σκληρύνω και θα μάθω. Και θα ξυπνήσω μια μέρα και θα είμαι κακιά. Και δε θα πονάω. Και δε θα συγκινούμαι, δε θα πιστεύω, δε θα εμπιστεύομαι. Και κάπου εδώ, ήσαστε περήφανοι μερικοί για μένα. «Γιατί ο τρελός όσο και να τον προδώσεις, σε εμπιστεύεται», κάπως έτσι διαβάζετε για μένα και τους υπόλοιπους σαν εμένα.
Τρέμει η ψυχή μου. Νιώθω σαν να με ξύνουν μυτερά φύλλα φοίνικα κάτω απ’το στήθος. Τα φύλλα γίνονται καρφιά και δε μπορώ να τα βγάλω απ’το σώμα μου. Δεν υπάρχει πια φόβος για τους άλλους. Μπήκαν μέσα μου. Εμένα φοβάμαι τώρα.
Είναι καλό να νιώθεις. Ό,τι κι αν είναι.
Έτσι λένε.