κομματια απ΄τη ζωη μου

September 20th, 2008

Όποιος ψάχνει, βρίσκει, λένε. Ε, εγώ βρήκα αυτά. Αυτά μου έμειναν από το καλοκαίρι. Γκρίνια και κούραση:

Jul 22, 4:22pm
“Ο πόνος είναι σαν της πρώτης μέρας. Όχι, δε μιλάω για σεξ. Η ανάσα μου κόβεται και τα δάκρυα είναι λιγότερα από κάθε άλλη φορά. Με ανησυχεί αυτό, δεν ξέσπασα σήμερα, δεν ούρλιαξα. Το βαρέθηκα όλο αυτό. Το σκηνικό ίδιο: Αδειάζω βαλίτσα-ξαναγεμίζω βαλίτσα. «Τώρα θα φύγω, τώρα θα φύγω», σκέφτομαι και κάθε άλλο παρά σίγουρο είναι στο μυαλό μου. Απλά το σκέφτομαι συνέχεια για να το πιστέψω και να μπω στο ρόλο. Μόνο έτσι θα το πιστέψουν κι αυτοί.
Αρρώστια. Περισσότερη αρρώστια δεν έχω νιώσει. Τους ρωτούσα -κι ακόμη δηλαδή αναρωτιέμαι μέσα μου- εάν πρέπει να πάθω κάτι για να συγκινηθούν και να σταματήσει αυτό το βασανιστήριο. Τώρα πονάω πιο πολύ.
Μέρες τώρα στη δουλειά, εκεί που κάθομαι ώρες όρθια και βλέπω δεκάδες κόσμο να βολτάρει στο δρόμο, νιώθω μια ομορφιά στον αέρα. Όχι, δεν φαντάζομαι μόνο τις ζωές τους ή τι σκέφτονται. Κοιτάζω τα ρούχα που φοράνε κι αν για παράδειγμα μια γιαγιάκα φοράει ένα φλοράλ φόρεμα με δαντέλα στο μπούστο, φανταζομαι τα κτίρια να γίνονται πέτρινα ή πώς θα ήταν το μπαρ απέναντι μου με ταπετσαρία, κτλ.
Δυο-τρεις φορές ηχογράφησα, ενώ ήμουν στο πατάρι, κάτι τρελά δικά μου που θα έγραφα αν είχα χρονο και χθες που άκουσα ένα πριν κοιμηθώ, να θυμηθώ τί σκεφτόμουν, ξέφτυσε. Ακυρώνω τον εαυτό μου κάτι ώρες, όμως όταν ακούω ηχογραφημένη τη σκέψη μου, οραματίζομαι σαν σε ταινία τι έκανα ακριβώς εκείνη τη στιγμή που τα έλεγα. Πλάκα έχει, αλλά δεν είναι για πολλές φορές. Καλύτερα στο χαρτί. “

Jul 31, 2:48am
“Πάντα υπάρχει κάποιος να μου υπενθυμίζει ότι η Νεφέλη δε ζει πια εδώ. Μάζεψα απ’το δρόμο τις προάλλες ένα γατάκι και το ονόμασα Νεφέλη. Επειδή με είχε ξεκάνει στις γρατζουνιές, το έδωσα στη μαμά μου να το αφήσει στην εξοχή, κάπου κοντά εκεί που δουλεύει και αφού πρώτα σιγουρεύτηκα ότι εκεί υπάρχουν και άλλες γάτες. Το πόσο καλό είναι αυτό δε το ξέρω ακόμα. Το μεσημέρι έκλαιγα με μαύρο δάκρυ που δεν ένιωθα τις δαγκωματιές τις στο σώμα μου. Μου λείπει. Μακάρι να μη δενόμουν τόσο πολύ. Αλλά εγώ είμαι εγώ, με ξέρεις τώρα, τί να λέω.. Η ζωή μου εξακολουθεί να είναι κουραστική και τις περισσότερες φορές μετανιώνω για την επιλογή μου να δουλέψω καλοκαιριάτικα. Αλλά έχω πλέον υποχρέωση και φιλότιμο και δεν μπορώ να τα παρατήσω. Δεν βρίσκω χρόνο για τίποτα. Στο σπίτι θα με βρεις αργοπορημένη, κουρασμένη, και αν με κοιτάξεις λίγο καλύτερα, ίσως και μεθυσμένη. Προσπαθώ να περνάω καλά και τα κάνω όλα αυτά στο μέγιστο βαθμό. Λογικό; Παράλογο; Δε με νοιάζει.
Πνίγομαι αυτόν τον καιρό, δεν είμαι εγώ. Είμαι κάτι που κανόνισα, συμφώνησα να είμαι. Δεν μ’αρέσει. Δε θέλω να δουλεύω. Δεν θέλω ούτε διακοπές να κάνω, όμως. Θέλω απλά να υπάρχω παντού και πουθενά. Μου αρέσει απλά να ζω καλά και να παρατηρώ τους άλλους. Να τους βγάζω φωτογραφίες ο΄πως τους φαντάζομαι ή όπως είναι.. Απλά πράγματα, χωρίς πίεση. Δε θέλω να μεγαλώσω ποτέ. Δε μου αρέσουν οι ευθύνες.. Δε μου αρέσει αυτό που ζω.
Δεν είμαι και δυστυχισμένη με τη δουλειά, απλά δε την θέλω. Δεν την θέλω έτσι όπως είναι, περίμενα κάτι άλλο. Τέλοσπάντων.. Ελπίζω ακόμη. Θα έρθουν άλλες και άλλες στιγμές και μέρες για μένα που δε θα έχω φανταστει ποτέ την ύπαρξή τους.. :)

δε φταίω εγώ ..τα πρωτοβρόχια

September 20th, 2008

Πάει καιρός.
Θυμάμαι όλο το καλοκαίρι να κρύβομαι σε κείνο το πατάρι κλαμένη, κουρασμένη, να βρίζω θεούς και δαίμονες και να ηχογραφώ τις σκέψεις μου στο voice recorder του κινητού μου.
Στεκόμουν κάτι φορές στο δρόμο και αυτό που σκεφτόμουν ήταν πάλι εικόνες. Μουσικές, φωτογραφίες, τέχνη. Αρχίδια. Πάλι μια φωνή με γύρναγε πίσω (ή μπροστά;) στην πραγματικότητα. Ή «πραγματικόπιτα», όπως λέμε με τον αδερφό μου. Εξάλλου, όλα τρώγονται. Well, μακάρι να ήταν έτσι.
Θυμάμαι να πετάω σπυριά στα χέρια, να μένω άσπρη όταν οι άλλοι μαύριζαν κι ενώ πούλαγα μάσκες και στρώματα θαλάσσης στους τουρίστες. Δύο δύο διώχναμε τις ρακέτες των 3,50 ευρώ, αυτές που είναι από ξύλο αλλά έχουν πλαστικό στις λαβές και βγαίνουν με ενα πλαστικό μπαλάκι στο δίχτυ.
Κάτι φορές, περνάγανε από μπροστά μου αυτοί μαζεμένοι με παγωτά στα χέρια. Φρέσκα, αυτά που στα βάζουν με σπάτουλα στο μπωλ ή στο χωνάκι. Και δώστου να το τρώνε μπροστά μου χαμογελαστοί και εγώ να βάζω τον κροκόδειλο των 12 ευρώ στην αποθήκη, να φοράω το μαύρο το σορτσάκι και η σκόνη να μου κάνει τη χάρη να του αλλάζει το χρώμα, έτσι, για διαφορά.
Λουσμένη στον ιδρώτα, πάντα έτρεχα να πλυθώ προτού συνεχίσω τα καθήκοντα μου ως υπάλληλος. Και τότε φαινόταν το θαύμα του μεικ απ – ή αλλιώς το πλέον χάλι το δικό μου. Τα βράδια μου ήταν, μέρα παρά μέρα, μεγάλα και καλά. Μεθυστικά, θα έλεγα. Και θα έλεγαν και οι άλλοι, πιστεύω και ομολογώ και παραδέχομαι κύριε εισαγγελέα. Όχι δεν ξέρασα. Άντε, μία φορά να έγινε αυτό. Σε γενικές γραμμές, ρεζίλι δε σας έκανα.
Η γνωστή, κουραστική, ψυχοφθόρα ένταση υπήρξε. Και μία και δύο και τρεις και είκοσι φορές. Αμέτρητες. Αλλά δεν μπορούσα άλλο ν’ασχοληθώ. Όταν ήρθε η μέρα να φύγω.. Αχ όταν ήρθε η μέρα να φύγω, ήταν σα να ερχόμουν πρώτη φορά στην Αθήνα. Χάθηκα.. Πέρασα πολύ ωραία τις πρώτες μου μέρες. Μου είχε λείψει η άπλα, οι επιλογές, η βαβούρα, η μοναξιά, η ηρεμία. Ναι, ηρεμώ στην Αθήνα, πειράζει;
Πολύ καιρό τώρα ήθελα να γράψω, αλλά πάντα είμαι με παρέα και δεν τολμάω να πιάσω χαρτί ή να ανοίξω νέο αρχείο και να αρχίσω να «δίνω», θέλω να είμαι μόνη μου για να πώ κάτι. Ακόμα κι αν το κάτι είναι τίποτα.
Σκέφτομαι τη μάνα μου πολύ συχνά. Δεν ξέρω γιατί, φοβάμαι μην πάθει τίποτα. Κάτι συνέβη τις προάλλες και πάλι αποδείχτηκε το ότι είμαι μόνη όσο αναφορά στην οικογένεια μου. Περίμενα η μάνα μου να με υπερασπιστεί και αυτό δεν έγινε. Έτσι, κοντινοί μου άνθρωποι εδώ μού συνέστησαν να σκληρύνω, κι ας είναι μάνα. Αυτά τα μωρουδίστικα που κάνω να τα κόψω λίγο μπας και με υπολογίσουν ποτέ. Αλλά σήμερα. Σήμερα το βράδυ κάποιες ώρες πριν, κοντινό μου πρόσωπο μου διάβαζε emails της μαμάς. Όχι της δικής μου. Εκείνης, που είναι «στον ουρανό». Κρυφοδάκρυσα, ένιωσα πολύ περίεργα και φυσικά δε μπορούσα να το δείξω για να μην πληγώσω τον άνθρωπο δίπλα μου.
Τρελές τύψεις. Δε μπορώ να κρατήσω χαρακτήρα, κακία, ούτε σκληρότερη συμπεριφορά για κανένα λόγο στη μαμά μου. Ακόμα κι αν αυτό θα ήταν για να με υπολογίζει. Θέλω να της δείχνω ότι την αγαπάω, ακόμα κι αν είναι περισσότερο από όσο με αγαπάει εκείνη, θέλω να της το δείχνω και να της το λέω ακόμα κι αν δε με υπερασπιστεί ποτέ. - Κλαίω. - Θέλω να είμαι ο εαυτός μου σε αυτή, πριν γίνει και για μένα ένα απλό log στο φάκελο του msn.
Αχ είναι τόσα πολλά που έχω μέσα μου τόσο καιρό κρυμένα που πνίγομαι πάλι. Κάπου κάπου τα χάνω, ξεχνάω πολλά. Ούτε να συγκεντρωθώ δεν μπορώ πολλές φορές. Τελευταία μάλιστα με ρωτάνε αν έχω χαζέψει. Πολύ το όνειρο και λίγη η ζωή μου. Και τώρα, μέρες τώρα, όλο ζωή και καθόλου όνειρο. Κι εγώ δεν έχω μάθει έτσι. Χτυπάει η καμπάνα. Πάντα βρίζω χριστούς και παναγίες αλλά τώρα νιώθω την ανάγκη να κάνω το σταυρό μου κι ας μην υπάρχει κανείς που να του αποστέλλεται το μήνυμα. Μια ηρεμία μέσα μου που είπα δυο κουβέντες.
Να ‘σαι καλά που με διαβάζεις και με σκέφτεσαι.

7.02, 20.09.08

Monika – “Babe”