ΟΚ
ΟΚ. Τα ζωάκια με βρίζουν. Ναι, ναι, είναι πολύ νορμάλ και αναμενόμενο και προφανές αυτό που συμβαίνει.
Βάζω ν’ακούσω τα τραγούδια που ακούω τις τελευταίες φορές που ανέβαινα στην Αθήνα και κλέινοντας τα μάτια μου βλέπω τις στροφές που παίρνει το λεωφορείο. Τον ήλιο να δύει. Τη θάλασσα να απομακρύνεται από μένα. Ένα δάκρυ σκαλώνει στα γυαλιά μου. Κανένα παραπάνω. Δε μπορώ να ξεσπάσω. Νιώθω παγιδευμένη. Πνίγομαι. Όλα μέχρι τη στιγμή που κατεβαίνω από το λεωφορείο κι εκεί, πάνω στη Λ.Αθηνών, κοιτάζω προς το κέντρο. Μια κιτρινίλα στα κτίρια. Μια όμορφη θολή κιτρινίλα από το τελευταίο χαμόγελο του ήλιου κι από το γνωστό νέφος με καλωσορίζουν πίσω σπίτι. Το χαμόγελό μου τεράστιο. Πίσω στην τιγκαρισμένη πόλη, πίσω στους άγνωστους ανθρωπους που ποτέ δε θα με μάθουν, που ποτέ δε θα με πληγώσουν.
Και κάνω το λάθος ν’ανοιξω τα μάτια. Και πνίγομαι. Ποτέ πριν η θάλασσα δεν ήταν τόσο εχθρική και ξένη όταν την κοιτούσα. Ποτέ πριν δε μισούσα τον τόπο μου. Ποτέ πριν δεν μου έλειπε το χάος.
Ήξερα ότι μετά από μία ή περισσότερες ευτυχισμένες στιγμές ακολουθούν κλάματα. Πληρώνω καποιες μέρες μετρημένες στα δάχτυλα, λοιπόν. Πληρώνω τις ώρες που μου φάνηκαν μήνες και πέρασαν σαν μια ανάσα. Βασικά, δύο. Μία που μπαίνει στο σώμα και μία που βγαίνει. Σαν αρρώστια μου φαίνονται όλα αυτά. Το μυαλό μου πρέπει να ξεκολλήσει, αλλά δεν βρίσκω τρόπο. Είναι όλο αυτό για έρωτα, φιλία, εμπιστοσύνη; Ούτε που ξέρω γιατί. Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από το να σκέφτεσαι συνέχεια. Όλα τα υπόλοιπα, ξέρεις, γίνονται μηχανικά. Ρουφάς τον καφέ, ρουφάς το τσιγάρο. Γενικά, ρουφάς και καταπίνεις αρρώστια. Κάθε γαμημένη μέρα το ίδιο. Άντε να κάνεις καμιά εξαίρεση και να κάτσεις σπίτι, να μη δεις μούρες, τίποτα. Θα καταπιείς ταινίες, θα κλάψεις και τότε, έτσι, χωρίς λόγο.
Είναι κάτι φορές που κοιτώ ψηλά, όμως. Όπως παλιά. Και ενώ στραβώνομαι, γουστάρω. Νιώθω όμορφα, σα να με φωτογραφίζει ο άγνωστος φωτογράφος ενώ με βαράει ο ήλιος κατακούτελα. Κι έχει πλάκα. Δεν ξέρω σε ποιον χαμογελάω, αλλά κάτι γίνεται εκέινη τη στιγμή κι είμαι ευτυχισμένη.
Τελικά δεν πρέπει να άλλαξα πολύ. Ναι, αρκετά, αλλά όχι πολύ.
ο απολογισμός
Έφτασα σπίτι μου. Στην κουκλάρα βρώμικη Αθήνα. Η Μάρλμπορο θα μου χτίσει βίλα.
Όχι, πλέον δεν έχω την ευκολία και την θέληση να γράφω. Προφανώς, όμως, το χρειάζομαι.
Κάθε φορά που τα σπάω με κάποιον, ακούω περιγραφές του εαυτού μου που ποτέ δεν είχα φανταστεί ότι είμαι. Κάθε φορά που τα σπάω με κάποιον, χάνω ένα κομμάτι μου. Αυτό που είχα δώσει γεμάτη ενθουσιασμό. Κόψ’τε μου τη γλώσσα και τα χέρια, αν θέλετε να με σταματήσετε να ζω έτσι. Κόψ’τε μου το κεφάλι να μην σκέφτομαι. Να μην μιλάω, να μην εμπιστεύομαι, να μην πιστεύω.
Το λάθος που κάνω κάθε φορά είναι ότι το παίζω χαζή. Πάντα ξέρεις από την αρχή τί άνθρωπο έχεις απέναντι σου. Πάντα. Απλά θες να αποδείξεις στους άλλους που έχουν την ίδια αρχική άσχημη άποψη με σένα ότι αυτό το πλάσμα έχει και άλλη πλευρά. Δεν ξέρω γιατί το κάνω. Απλά συμβαίνει κάθε γαμημένη φορά. Και δίνω το άθλιο χιούμορ μου, τις αμέτρητες ώρες μου, τις αληθινές σκέψεις μου, την ειλικρίνειά μου, μόνο και μόνο για να αποδείξω κάτι που, είτε υπάρχει είτε όχι, την δική μου ζωή δεν θα την επηρεάσει ποτέ. Γιατί είναι έξω από μένα. Δεν είμαι εγώ.
Κολλάω, λοιπόν, ένα κομμάτι μου πάνω στο άτομο αυτό και τσεκάρω αν του πάει. Γιατί πάντα νομίζω ότι θα το πάρω πίσω; Πότε θα μάθω πια ότι ποτέ δεν παίρνουμε κάτι πίσω; Κανόνας Νο3: Μην εμπιστεύεσαι. Έκανα 3 μήνες να καταλάβω ότι πιάστηκα κορόιδο για ακόμη μία φορά και το έπαιζα ντίβα ότι και καλά κατάλαβα και τώρα γνωρίζω. Δεν πέρασε άλλος τόσος καιρός κι όμως η γη άνοιξε και με κατάπιε. Δεν θυμάμαι το σώμα μου τόσο καμπουριασμένο άλλη φορά. Δεν θυμάμαι να νιώθω τόσο ψηλή άλλη φορά. Λες και τα πόδια μου μού τα προσέθεσαν τώρα τελευταία με κάποια εγχείρηση και απλώς αργώ να τα συνηθίσω. Λες και στα κανονικά μου είμαι ένα με το χώμα.
Δεν είναι η στεναχώρια, ούτε το γεγονός ωμό. Είναι όλα μαζί. Είναι τα βλέματα, οι κινήσεις, οι ώρες που έζησα μαζί τους. Θα το πώ ακόμη μία φορά: Εαν κάνεις κάτι με κάποιον –οτιδήποτε είναι αυτό- επειδή δεν έχεις κάτι καλύτερο για εκείνη τη στιγμή, σκέψου ότι μπορεί για τον άλλο αυτή η στιγμή να είναι από τις πιο ευτυχισμένες. Γελάς; Τί έγινε, γουστάρεις; Κολακεύεσαι; Εγώ δεν είχα πρόβλημα ποτέ μου να πώ όσα νιώθω.
Μια στιγμή ένιωσα σημαντική. Όταν άκουσα “Κάτι πήραμε και από σένα”. Ήμουν περήφανη που έδωσα κάτι, που μάθατε κάτι από μένα. Αγάπησα τα πάντα γύρω μου τότε, αλήθεια. Χαίρομαι με πολύ απλά πράγματα. Τόσο συναίσθημα μέσα μου, που δεν ξέρει κανείς σας ότι υπάρχει. Εδώ, στο κέντρο. Γέλασα και δάκρυσα.
Είχα ακούσει κι είχα ακούσει. “Πρόσεχε. Πρόσεχε. ” Εγώ εκεί..
Και τώρα; Όπως μου έχει πει κάποιος λίγο καιρό πριν, έχω πάρει το καταθλιπτικό υφάκι του τύπου ‘μόνο εγώ έχω προβλήματα και όλοι μου κάνουν κακό’ και το μόνο μου όπλο είναι να πουλάω τρέλα και να ειρωνεύομαι μέχρι και τον εαυτό μου.
Συγχαρητήρια ανθρωπάκια, με γαμήσατε και πάλι. Μισώ τον εαυτό μου που σας δόθηκε. Μισώ τον εαυτό μου που είναι έτσι. Που σας αγάπησα, που δέθηκα. Και κυρίως που το ξέρετε.
Που άλλαξα, που γίνομαι σαν εσάς, σκατόψυχη. Γιατί πέρα από σκατά, δεν είδα να έχετε τίποτα άλλο κάτω απ’το πετσί σας. Μπορεί να εύχεστε τα χειρότερα για μένα, αλλά ξέρετε καλά ότι η πατσαβούρα, η καριόλα, η μαλακισμένη, το ξόανο έχει κάτι που εσείς δεν θα έχετε ποτέ.
Τελικά όντως είστε πολλοί ρε πούστη, δε σας προλαβαίνω.
ΥΓ (για τη Νεφέλη): Δε θα σώσεις εσύ τον κόσμο. Save the parrots, αδερφέ.
Filed under My Thoughts | Comment (1)