hmmm

January 2nd, 2008

Περπατώντας προς το σπίτι συνάντησα το παλιό μου συνήθειο.. Πήδηξα να φτάσω ένα φύλλο από μια γλάστρα της θεια Φανής κι αφού δε το ‘φτασα, έδωσα στον εαυτό μου μια δεύτερη ευκαιρία. Πέντα βήματα πίσω, φόρα, και πήδο με ανοιχτό το στόμα, μήπως και δαγκώσω το φύλλο απο το θάμνο της. Σαν στοίχημα στον εαυτό μου.

Ένα μήνα τώρα, έχω αυτό το βήχα. Ο βήχας και ο έρωτας δεν κρύβονται. Μαζί με τον βήχα μου και τα σάλια που πετάω κάθε που βογγάω από τον πόνο στον πνεύμονα, φεύγει κι η καλοσύνη μου. Χάθηκε το Κατερινάκι. Κατερινάκι, Κατερινάκι.. Πουθενά όμως. Όλα άλλαξαν και τίποτα δε μένει ίδιο. Πρώτη φορά στη ζωή μου νιώθω τόσο δυνατή και τόσο μόνη. Δε με πειράζει, όμως. Να ‘ναι η μπύρα, να ‘ναι το τσιγάρο; Δε δίνω δεκάρα. Η μάνα μου τρελάθηκε. Με δύο ουίσκι είναι ευτυχισμένη. Εγώ όμως όσο και να πιώ είναι το ίδιο για μένα.

Ίσως να ήταν η χειρότερη Πρωτοχρονιά από ποτέ. Ήμουν στο μηδέν. Έδιωξα και έφερα κοντά μου κάτι που αγαπώ πολύ. Δεν ξέρω ποιο είναι το σωστό, δεν ξέρω τι θα έπρεπε να ζω για να είμαι ευτυχισμένη. Παντού υπάρχει η καλή και η κακή πλευρά των πραγμάτων, των ανθρώπων. Και όπως είπα, εγώ βγαίνω πάντα ο μαλάκας.

Ανέβηκα όλα τα σκαλιά με τα παπούτσια στο χέρι. Όχι, δεν είναι αστείο. Δεν έπρεπε να με ακούσει ο “εχθρός” να έρχομαι σπίτι, για να μην πει τίποτα, για να μην έχουμε φασαρίες. Για να μην αντιμιλήσω. Για να μην πώ την αλήθεια. Είχες δίκιο όταν μου έλεγες ότι είναι καραγκιοζάκος. Είχες δίκιο όταν μου έλεγες να τον γράψω στο τέτοιο μου. Βήχω. Είμαι ακόμα με αυτό το βήχα, όπως όταν κάπνιζα και το έκανα χειρότερα. Όπως αδυνατίζω και αδυνατίζω και δε με νοιάζει τίποτα, μόνο να ονειρεύομαι ότι κάτι καλό θα γίνει την επόμενη μέρα.

Η μάνα μου λέει ότι ακόμα και τα μαλλιά μου βρωμάνε τσιγάρο. Που να ‘ξερε ότι εγώ το προκάλεσα. Ξέρεις, θα το θεωρούσε χείριστο να καπνίζω. Δεν τολμάω να το πω. Ήθελε να διαβάσει τι γράφω. Ήθελα πολύ να ξεστομίσω “mparmpounaki.com”, όμως ξέρω ότι την επόμενη μέρα θα το μετάνιωνα. Κι έτσι, έμεινε με την απορία.

Όταν “δόθηκα” στο δικηγόρο για χάρη της και πλήγωσα το βιβλιαράκι του πρίγκηπά μου, για να καταλάβει την πλευρά από την οποία βλέπω εγώ τα πράγματα, εκείνη πήρε τα 300 από τα 1000 ευρώ της πίσω κι ο εχθρός γύρισε σπίτι όλο υποσχέσεις ότι θα είναι καλός. Τώρα, σαν μη συνέβη τίποτα χθες, με προδίδει. Μιλάει μαζί του για κάτι που βλέπουν στην τηλεοράση κι εγώ κλεισμένη στο δωμάτιό μου, γράφω τα εσώψυχά μου με την ελπίδα ότι κάπου στον κόσμο υπάρχει μία τουλάχιστον ψυχή που με καταλαβαίνει κι έχει κάτι ουσιαστικό να μου πει. Κάπου υπάρχει κάποιος που μπορεί και θέλει να με κάνει καλά.

Χρειάζομαι μία αγκαλιά. Τίποτα άλλο. Αυτή τη στιγμή, θα μπορούσα να βαράω ηρωίνες, να σνιφάρω κόκα, να χορεύω μ’όποιον να ‘ναι και να παίζω με την ψυχολογία μου. Δε θα άλλαζε τίποτα όμως εδώ. Πάλι θα έπρεπε να βγάλω τα παπούτσια πριν μπώ. Πάλι θα ένιωθα ντροπή για το μεγάλο στήθος μου, για τον κώλο μου, για τα χείλια μου, για όσα έχουν γίνει και που η μάνα μου με πρόδωσε. Είμαι ή δεν είμαι μόνη μου;

Είναι άδικο να προσπαθείς να προστατεύσεις τον εαυτό σου, να έχεις μάθει από μόνος σου τί είναι σωστό και τί όχι και πάλι οι άλλοι να μην καταλαβαίνουν. Είμαι τόσο έξω από αυτό που οι άλλοι ξέρουν κι ενώ από τη μία χαίρομαι, νιώθω παράξενα διαφορετική.

Η θεία μου η Μαρία μου είπε “κοίτα να κάνεις σεξ με πολλούς άντρες για να μη σκέφτεσαι ότι αυτό το πράγμα συνδέεται με τον πατέρα σου”. Κι αυτό επειδή τον είχα δει στον ύπνο μου να με βιάζει, πράγμα το οποίο είναι το χειρότερο που φοβάμαι να μου συμβεί ποτέ.

Πιστεύω πως καταντώ κουραστική για κάποιον που με διαβάζει συχνά, αλλά -ρε φίλε- όπου κι αν είσαι, κάνε κάτι. Δηλαδή, παρακαλώ τον θεό (ας πούμε) να γίνει κάτι και να νιώσω μια αλλαγή, να μου κοπεί κι αυτός ο βήχας, που πλεόν θεωρώ ότι μπορεί να είναι και ψυχολογικά εγκατεστημένος στα πνευμόνια μου. Πνίγομαι.