Fairytale Gone Bad
Υπάρχουν οι ανθρωποι που αξίζουν κι εκείνοι που κοστίζουν όσο ένα καλσόν. Το δικό μου. 4,80 ευρώ. Με το που πέφτει η κάφτρα του τσιγάρου επάνω τους, κάνουν τρύπα.
Δεν υπάρχει ο πρίγκηπας. Δεν υπηρξε ποτέ. Μην τολμήσει να με ξαναεπισκεφθεί στ’όνειρό μου. Ακούω “μόνο στα όνειρα”, απογοητευμένη. Κάποια στιγμή θα μου πουν οι φίλες μου “τον είδα, τη φίλησε πεταχτά”. Και τότε θα το παίξω άνετη. Κούλ. Κούλ μπέιμπε, κούλ. Όμως το καλσόν μου σκίστηκε, όπως και η ψυχή μου. Μ’ένα τσιγάρο. Μ’ένα χορό. Σιχάθηκα. Σιχάθηκα τις αναμνήσεις μου, σιχάθηκα τον εαυτό μου, τα πάντα. Ήθελε να φύγει και το έκανε.
Θα το θυμάμαι αύριο, θα το θυμάμαι πάντα. Θέλω να βάλω τα κλάματα, όμως για πρώτη φορά, ξέρω ότι δεν αξίζει. Ούτε 4,80 ευρώ. Και χαίρομαι που το έζησα όπως το έζησα. Με τις ελπίδες, τα όνειρα, όλα αυτά. Θα είμαι πάντα το Κατερινάκι. Αλλά μόνο σ’αυτούς που αξίζουν να φτάσουν βαθιά μου. Είτε σαρκικά, είτε ψυχικά, είτε όπως στο διάολο το ονομάζει ο καθένας. Don’t Know Any Better, μόνο για μένα και για το Βασίλη το φίλο μου που γιόρταζε και του αρέσει αυτό το τραγούδι. Και εκεί που λέει “falling for you” μπορεί να μου ρχεται να δακρύσω, αλλά –ρε πούστη- δε θα το κάνω..
Αν έκανε κι ο πρίγκηπας κάτι καλό, ήταν να αγαπήσω τον εαυτό μου και να πιστέψω σε ό,τι μου έλεγε.. Ότι είμαι το καλύτερο πλάσμα που έχει γνωρίσει..
Δάκρυσα. Για πάρτη μου όμως. 32 δευτερόλεπτα το ρεφραίν που με ξυπνάει, το ρεφραίν που χτυπούσε το κινητό μου ως τώρα. Από το “τραγούδι μας”. Εγώ το έκανα δικό “μας”. “Σε λατρεύω” ρε μαλάκα, όπως μου το ‘λεγες εσύ. Σε λατρεύω. Κι ας μην υπάρξεις ποτέ.
…
Σκέφτομα αυτό που λένε όλοι οι “απέξω”, να γράψω βιβλίο, μια ιστορία. Τί να γράψω; Τι να πρωτογράψω; Όταν πονάς, δε σκέφτεσαι ότι οι άλλοι το βλέπουν σαν τέχνη αυτό που κάνεις. Δεν καταλαβαίνεις και δεν πιστεύεις ότι από αυτό θα μπορούσες να ζείς, να βγάζεις λεφτά. Ποιος τα γαμάει τα λεφτά; Πονάω. Κάτι που ήλπιζα πως υπάρχει, πέθανε. Τελείωσε. Και, γαμώτο, κλαίω για κάτι που δεν υπήρξε ποτέ. Αυτό είναι το χειρότερο.
Έπαιζε το Chasing Cars όταν του είπα ότι τον αγαπάω. Και μου είπε “ξέρεις πόσο σκεφτόμουν κι εγώ να σ’το πώ;” Ναι, πριγκηπάκο μου.. Ναι, ξανθέ μου πρίγκηπα, δε το είπες, όμως. Δε θα το έλεγες ποτέ. Ακόμα κι αν ήξερες ότι την επόμενη μέρα θα πέθαινα. Από τον εγωισμό σου, από τη μαγκιά σου, από όλα αυτά που μας κάνουν να μοιάζουμε και να διαφέρουμε, για να ταιριάζουμε, τώρα ξέρω ότι δε θα το έλεγες. Εγώ στα λόγια, εσύ στην πράξη. Έτσι θα είναι πάντα. Η Νεφέλη θα με βάζει να λέω και να κάνω ό,τι νιώθω και στο τέλος θα μένω μόνη.
Σ’ευχαριστώ γιατί ήταν όμορφο ό,τι έζησα.
Αλλά μην τολμήσεις να ξαναρθεις στ’όνειρό μου.
Απλά μην τολμήσεις γαμώτο..
29.12.07. Δεν λέω τι ώρα είναι.. Ξημερώματα.
Filed under My Thoughts | Comments (7)no title
Κάτι φορές δε σε φτιάχνουν ούτε τα τραγούδια, ούτε οι μπύρες, ούτε οι φίλοι. Θες να μείνεις μόνος. Να μη ζήσεις τίποτα, να πατήσεις Pause και να υπάρξει ησυχία. Έτσι νιώθω τώρα. Θέλω να μιλήσω, να πω όσα σκέφτομαι, όμως είναι πολύ μακριά η αγαπημένη μου φαντασία από την πραγματικότητα. Πλησιάζω στο να ανοιχτώ επιτέλους και μετά χάνονται όλα. Χάνεται η ουσία, οι σκέψεις.. Γίνονται ανθρώπινες σχέσεις, εξάρτηση. Πιάνομαι από τους άλλους κι όταν φεύγουν, γκρεμίζομαι. Πάλι κολλάει το μυαλό.. Σκέφτομαι να αφεθώ και να κοιμηθώ, να ξεκουραστώ. Αφού έτσι κι αλλιώς, όλα αυτά είναι αποτέλεσμα όλων όσων έζησα τη μέρα που πέρασε και χρειάζομαι ηρεμία. Αλλά και στον ύπνο μου φοβάμαι για το τι θα με περιμένει. Σε ποιον ψεύτικο κόσμο θα μπω απόψε; Ποιος φανταστικός άντρας θα μου κάνει συντροφια; Και ως πότε θα ονειρεύομαι ότι έχω τον Τέλειο να με λατρεύει; Αφού το βλέπω, το ξέρω ότι δεν είναι έτσι, γιατί συνεχίζω να το σκέφτομαι; Ποτέ δεν πρόκειται να υπάρξει αυτό το πλάσμα.
. . .
Ξαπλώνω μπρούμυτα, που είναι το αγαπημένο μου για να κοιμηθώ και όπως κλείνω τα μάτια, θέλω να νιώσω μόνη. Δεν περιμένω χαζές εκπλήξεις πια.
. . .
Η επόμενη μέρα. 23 Δεκεμβρίου, 18:57. Ήρθε ο κύριος στον ύπνο μου. Τον φίλησα στο μάγουλο και μου είπε “φιλικό;”.. Άρχισα να χτυπιέμαι μέχρι που ξύπνησα και πέρασαν ώρες μέχρι να ηρεμήσω. Τέλεια μέρα, ζεστή. Ο ήλιος έλαμπε και τα μαλλιά μου ήταν αχτένιστα και μπερδεμένα. Φτιάχτηκα όπως όπως, δούλεψα λίγο κι ύστερα βγήκα βόλτα στο Ναύπλιο. Σα να μην έζησα τίποτα. Το μόνο που μου άρεσε ήταν το ηλιοβασίλεμα. Εκεί, ναι, ένιωσα όμορφα, αλλά κράτησε πόσο; 10 λεπτά; Όσο κρατάει. Μια μελαγχολία, μία ανάγκη να πεθάνω στα γέλια. Αυτό έχω. Θέλω να γελάσω. Όχι εις βάρος κάποιου, απλά να γελάσω.
Δε θα αντέξω να μείνω μόνη. Δε θα αντέξω ποτέ ξανά.
Lil Prince, where are you?
Είναι οι μέρες των δώρων. Κάποτε χαιρόμουν αν μου έπαιρναν οι γονείς μου κάτι για τα Χριστούγεννα. Τώρα χαίρομαι περισσότερο όταν δίνω εγώ δώρα στους άλλους. Περίεργο. Κι όμως μ’αρέσει να κάνω τους άλλους να χαμογελούν πρώτοι. Αυτό κάνει εμένα χαρούμενη. ‘Η όταν μου πειράζουν το κεφάλι και ανακατεύονται τα μαλλιά και με λένε χαζούλα. Τόσο πολύ χαίρομαι!..
Χάνομαι όμως πάλι.. Σκέφτομαι όσα έζησα τις τελευταίες μέρες. Τόσα πολλά συναισθήματα και εγώ πλέον τόσο άδεια. Τί κάνεις όταν δεν ξέρεις ΤΙ ΑΛΛΟ να κάνεις; Νιώθεις ότι τα έχεις δοκιμάσει όλα, να σώσεις και να σωθείς, και πάντα γίνεται όλο και πιο περίπλοκο. Δεν μπορείς να το αντιμετωπίσεις. Σα να πίνεις και να μην μπορείς να περπατήσεις. Να θες, αλλά να μην μπορείς, να μη σε αφήνει κάτι σαν ένστικτο. Γιατί ξέρεις μέσα σου ότι αν κάνεις ΕΝΑ βήμα, θα πέσεις. Και να συνεχίσεις να πίνεις και μετά να κοιμάσαι.
Και να έρχεται στον ύπνο σου ο πρίγκηπας που σε ταλαιπωρεί κανά μήνα και σε λέει “Καίτη” και σε έχει στην αγκαλιά του. Και πρόσωπο δεν έχει. Έχει μια μυρωδιά οικεία μόνο σε μένα. Ένα χρώμα στο δέρμα, που με καλεί κοντά του να το γευτώ. Κάθε επόμενη φορά είναι όλο και πιο καλός.
Δε το πιστεύω ότι έχω κάποιον στη σκέψη, στη φαντασία μου και ζω μαζί του ένα μεγάλο έρωτα ενώ κοιμάμαι..
22 Δεκεμβρίου και πλέον δεν μετράω τις μέρες. Δε θέλω να φύγω. Δε θέλω να φεύγω, δε φοβάμαι, δεν πονάω όπως παλιά.
..Κολλάω. Δεν ξέρω τί να γράψω. Στερεύω. Νιώθω σαν κάποιος να μου έχει ρουφήξει το μυαλό. Υπάρχουν σκέψεις που δε μπορώ να πω, δε μπορώ να γράψω. Μόνο πράξεις θα μπορούσα να τις κάνω. Ξαφνικά μετράνε οι πράξεις. Εκεί που μόνο έγραφα, κάτι κάνω. Κάνω μάλλον πολλά. Μετακινούμαι, ψάχνω, μιλάω, χαμογελάω, προκαλώ, περιμένω. Ζω. Κλείνω τα μάτια μου και συνειδητοποιώντας πόσο μόνη έμεινα, θυμάμαι τα λόγια των φίλων που έρχονται και φεύγουν να λένε “όποτε με χρειαστείς θα είμαι εδώ”. Όλα αυτά τα ψέματα, “πάρε τηλέφωνο να πάμε για καφέ”. Και το τηλέφωνο δεν απαντάει. Και σταματάς να περιμένεις, να ελπίζεις ότι θα χτυπήσει η πόρτα και θα μπει η πρώην κολλητή σου να σε αγκαλιάσει ή ότι θα χτυπήσει αυτό το ρημαδιακό τηλέφωνο. Και με τα μάτια κλειστά, περνάς το δεξί σου χέρι πίσω να πιάσει την πλάτη και το αριστερό να ακουμπήσει στο δεξί ώμο. Και έτσι κανεις αγκαλίτσα τη Νεφέλη. Και περιμένεις να κοιμηθεις, να ζήσεις λίγο τον πριγκηπάκο σου.