Άσπρο ή μαύρο

November 21st, 2007

Διπρόσωποι. Μαύρα και άσπρα χαρτιά πεταμένα στη φωτιά. Πεταμένα στη θάλασσα, πεταμένα στον αέρα.. Τα άσπρα γράφουν “ΣΥΓΓΝΩΜΗ” και τα μαύρα “ΣΕ ΜΙΣΩ”. Έπιασα όσα μπορούσα και τα διάβασα..
Τόσο μίσος στα χέρια μου είχα καιρό να νιώσω. Τσαλάκωσα όσα μαύρα μπόρεσα και τα έριξα στη φωτιά. Στις σπίθες και στον καπνό της ξεπετάγονταν σαν καμένο καλαμπόκι νέα λευκά χαρτιά που έφταναν ως τον ουρανό και έγραφαν “ΣΥΓΓΝΩΜΗ”.. Παγίδα. Ήμουν σίγουρη ότι από την πίσω πλευρά, που δεν έβλεπα, ήταν μαύρο. Θα έπεφταν πάνω μου και θα κολλούσαν στο στήθος μου να με ξεκάνουν. Το γκρίζο τοπίο σκούραινε με το χρόνο και το μόνο χρωματιστό που είχε μείνει ήταν τα χείλη μου. Ροζ, θαμπά, ξεφλουδισμένα σχεδόν, μισά απ’το παλιό τους σχήμα, έμεναν να μου θυμίζουν ότι κάποτε ήμουν ευτυχισμένη.
Στη μέση του πουθενά και παραδομένη στον χάρτινο κόσμο μου, ξαπλώνω στην άμμο και κοιτάζω τον ουρανό, που τώρα ο ήλιος του δε φαινόταν. Εκατομμύρια χαρτιά σκέπαζαν τον κόσμο αυτό και όλα έγραφαν ΣΥΓΓΝΩΜΗ. Έβγαλα το παιχνιδάκι μου από την τσέπη της ζακέτας και άρχισα να κάνω φούσκες με την ελπίδα ότι κάτι θα άλλαζε στα μάτια μου. Ο αέρας όμως φυσούσε δυνατά και στο πρώτο “φου” δεν έγινε τίποτα.. Το σαπούνι στο μπουκαλάκι μου μαύρο. Ξαναφυσάω, ξαναφυσάω.. τίποτα. Βουτάω ξανά το πλαστικό βουρτσάκι στο σαπούνι και φυσάω πάλι..
Στο γεμάτο χάρτινο ουρανό μου υπήρχε και ένα μαύρο χαρτί τώρα.. Ένα δικό μου μαύρο.. Ίδιο με εκείνα που έκαιγα πιο πριν..Όσο απομακρυνόταν από μένα, τόσο μεγάλωνε.. Και μεγάλωνε.. Πετούσε μακριά και τύλιγε στο σκοτάδι του όλα τα φωτεινα άσπρα που με είχαν περικυκλώσει. Η χαρά μου ήταν μεγάλη.. Ένιωσα τα χείλη μου να στεγνώνουν και η δίψα μου μεγάλωνε όσο σκοτείνιαζε ο ουρανός. Άγγιξα το στόμα με τα δάχτυλά μου και τα μαδημένα πλέον χείλια μου μού έδιναν αίμα. Ο αέρας με στέγνωνε ακόμα πιο πολύ τώρα και με το φύσημά του δεν ένιωθα πόνο. Το σκοτάδι δεν ήταν γκρίζο, ήταν μαύρο πια.
Κι εγώ ετυτυχισμένη που δε με κοροιδεύουν. Μπορούσα να εξαφανιστώ τώρα. Μπορούσα να κάνω ό,τι θέλω, τώρα που βλέπω την αλήθεια τους. Σηκώθηκα και γλείφοντας τα χείλη μου, ο άνεμος πήρε τη γλώσσα μου. Πόνεσα. Ήξερα ότι δε θα μπορούσα να ξαναμιλήσω.. Έβγαλα ένα στυλό και έκοψα ένα κομμάτι χαρτί από την παραλία. Ζωγράφισα έξι γιασεμιά και εκείνα πήραν την κατάλληλη μορφή να μοιάσουν αληθινά. Τα άφησα στην πόρτα της Δέλτα180788 και γύρισα στη θέση μου. Αφέθηκα στον άνεμο.. Ήθελα μέρες τώρα να εξαφανιστώ. Επιτέλους.. Δε ένιωθα τίποτα παρά μόνο κρύο.
Μετα από λίγο ξεφλούδισε το στόμα μου και κομμάτια του προσώπου μου έφυγαν.. Τα μαλλιά μου πέταξαν μακριά.. Τα νύχια μου ξεριζώθηκαν.. Έγινα σκόνη..
Ένα με την άμμο, ένα με τη θάλασσα.
Χάρτινη σαν ψέμα, ψέμα σαν συγγνώμη..

Κάτι

November 14th, 2007

Κάποιος έρχεται στον ύπνο μου και με λέει “Καίτη”.. Και με αγκαλιάζει και κάνουμε παρέα.. Κάτι γίνεται και δε νιώθω τόσο μόνη. Ό,τι κι αν είναι αυτό, με κάνει να χαμογελάω. Μακάρι να ρθει κι απόψε! Χιχι..

V-Sag - Plausibility

November 9th, 2007

Έκλεισα τα μάτια και σαν να κόλλησαν με τα δάκρυα, δεν ήθελα να τα ξανανοίξω. Ήταν τόσο μοναδική η στιγμή, σα να ήμουν σε τρένο ή λεωφορείο, έξω να έχει τον απογευματινό πορτοκαλί ήλιο να φαίνεται μέσα από τα δέντρα. Θα ‘ρθει αυτή η στιγμή, το ξέρω..

“Φύγε τώρα” να τα ανοίξω.
έτσι..

Help

November 6th, 2007

Hey there Delilah..
Αγαπημένη μου φίλη
Δεσποινάκι μου.
Χθες έκλαιγα. Θυμάσαι που σου το είπα; Ήθελα να φύγω. Είδες; Τα κατάφερα. Ήσουν εκεί, όλο το χειμώνα μαζί τα καταφέραμε.
Κι όμως τα προβλήματά μου δε λύθηκαν. Γιατί; Μου υποσχέθηκες.. όταν ανακατεύαμε τη σκόνη του μουφολάκτα καφέ στο καυτό νερό του βραστήρα που προηγουμένως καθαρίσαμε από τα άλατα για ακόμα μία φορά. Ακούγαμε Best. Εσύ στην αρχή με το ζόρι αλλά εκείνες τις ωρες που ήταν 4.30 και στο χωριό μας έπεφτε ο ήλιος, ανοίγαμε το παράθυρο και χαζεύαμε, ήταν τέλειο να ακούμε Best. Μιλούσαμε με τις ώρες και πάντα μου ζητούσες να πάμε βόλτα.
Θυμάσαι πόσες φορές είπα να τα παρατήσω; Πόσες άλλες με είδες να κλαίω που με πλήγωσαν και ποτέ δεν με άφησες. Κλαίω. (Και να σου πώ κάτι; Δεν το περίμενα να μου ρθει τόσο νωρίς. Στο κάτω κάτω ρε γαμώτο, υποτίθεται ότι προκαλώ συναίσθημα, όχι ότι παρουσιάζω! Αποτυχία είμαι!) Τελοσπάντων.. Θυμάσαι που με ‘πιανε η κατάθλιψη και δεν έφευγε με τίποτα; Πόσα τσιγάρα είχαμε κάνει εκεί πάνω στο έρμο το σπιτάκι της μαμάς και έβγαζα το παπλωματάκι έξω για να μη βρωμάει μετά..
Τότε σκεφτόμουν το μετά, όχι το τότε “τώρα”.. Περίμενα να έρθουν οι στιγμές που ζω τώρα, για να ζήσω πραγματικά. Και δεν έρχονταν, δεν περνούσαν οι μέρες. Κι όμως, χωρίς να το καταλάβω, πέρασαν, παρά τις ψευδαισθήσεις μου. Και ήρθε το μετά, το ζω.. τώρα. Και πώς είναι Δεσποινάκι μου;
Μου λείπουν όλα. Μου λείπουν πιο πολύ από ποτέ. Δεν μ’αρέσει αυτό που ζω, θέλω να φύγω. Μέσα σε ένα χρόνο έζησα την “υπομονή”, το “οι άνθρωποι έρχονται και φεύγουν”, όλα.. Φτάνω σε ένα σημείο να χτυπιέμαι από ό,τι αγαπώ και να αρρωσταίνω. Παιχνίδια δίκαιου και άδικου στο μυαλό μου. Ποιος φταίει; Ποιος μένει στο τέλος; Ποιος είναι ο νικητής και ποιος ο χαμένος; Σου ‘γραψα χθες κάτι και το ‘σβησα. Κάποιες φορές ό,τι και να γράψεις ο άλλος δε θα καταλάβει. Αρρωσταίνω. Το νιώθω, να δηλητηριάζομαι κάθε μέρα. Δεν ξέρω αν φοβάμαι ότι θα χάσω τα λογικά μου, που λένε, ή τον εαυτό μου. Αλλά κάτι χάνω, να ‘σαι σίγουρη. Τουλάχιστον έκανα πρόοδο. Γράφω σε σένα κι όχι στη Νεφέλη.
Η μαμά της έιναι άρρωστη. Και μου είπε, μόλις άρχισα να γράφω αυτό εδώ το πράγμα, ότι την είδε να κλαίει. Τώρα είναι στο γιατρό και δεν της λέει τί έχει.. Νιώθω και εγώ χάλια μαζί της. Βούρκωσα, μα δεν μπορώ να την πιέσω να μου πει άλλα.. Γιατί ούτε καν η ίδια δεν ξέρει άλλα..
Όσο χαλασμένη κι αν έιναι η σέλα του ποδηλάτου μου, έλα και θα ανέβω. Τ’ορκίζομαι ψυχή μου. Θα ανέβω κι ας σκοτωνόμουν μετά..
Και ξέρεις τί θα κάνουμε; Θα βάλουμε το φορητό cd player στο καλαθάκι σου και θα ακούμε στο δρόμο το “Hey There Delilah”.. Θες;

1/2Κατρίν
1/2Nεφέλη