Ψ, όπως Ψέμα

October 5th, 2007

Ο καθένας με τον τρόπο του. Εγώ γράφω, εκείνος παίζει κιθάρα. Εκείνος γελάει, εγώ δακρύζω. Εκείνος κρύβει μέσα του τις άσχημες σκέψεις, εγώ ουρλιάζω μ’αυτές. Είναι ο “αδερφός”, είμαι η “αδερφή”. Πάντα έτσι θα ‘ναι.
Ποτέ δε θα μας μάθεις, ποτέ δε θα μας γνωρίσεις. Αυτό είναι και το “τυχερό” μας: να είμαστε έτσι χωρίς να το ξέρεις. Αν το ‘ξερες, θα ζήλευες, όπως κάνεις και τώρα, αλλά και πολύ περισσότερο. Γιατί δεν μπορείς να το φτάσεις αυτό..
Έκανες ποτέ το “λαγουδάκι”* απ’το φόβο σου; Έφτιαξες μελωδίες όταν δε μπορούσες να μιλήσεις σε κανέναν; Έγραφες στον ξανθό πρίγκηπα του Εξυπερί τις σκέψεις σου με μάτια πρησμένα; Όχι.. Μόνο και μόνο γιατί κανείς από μόνος του δε μπορεί να πληγώσει τον εαυτό του. Μακάρι να γινόταν αυτό, να πονούσες κι εσύ, να καταλάβαινες.
Ονειρεύτηκες ποτέ κάτι καλύτερο απο αυτό που ήδη είσαι; Ποτέ..
Είσαι τόσο μα τόσο ρηχός, χωρίς να θέλω να σε προσβάλω. Ό,τι δεις, σου φτάνει για να σχηματίσεις γνώμη, να πεις και να περάσει το δικό σου.
Και βλέπεις μόνο το στήθος μου μέσα στη μπλούζα και μου λες “είσαι πολύ σέξι μ’αυτή την μπλούζα”. Κι ύστερα έρχεσαι στον ύπνο μου και με βιάζεις και ξυπνάω κλαίγοντας και ψάχνω μέρος να κρυφτώ μέσα στο ίδιο μας το σπίτι.
Με ακυρώνεις στους υπόλοιπους κι εγώ δε το γνωρίζω, η τελευταία της “οικογενείας”. Μετά υποκρίνεσαι, υποδύεσαι έναν άνθρωπο καλό, γλυκό. Κι ας ξέρω την αλήθεια. Τι θράσος..
Μου κάνεις μασάζ στους ώμους δυνατά. Πονάω, στο λέω, μα συνεχίζεις και γελάς. Δεν είναι αστείο. Σε μισώ.
Βρίζεις τη μάνα μου και μια μέρα μετά σας ακούω να κάνετε αυτό που η αγάπη ονομάζει “έρωτα” κι ο φόβος “βιασμό”.
Με διατάζεις να σε βοηθήσω, να ξεπληρώσω το χρέος μου, τα χρήματα που σου χρωστάω. Αυτά της τροφής και της ένδυσης, αλλά και της εκπαίδευσής μου, που μου έδωσες την ευκαιρία να αποκτήσω. Το αντίτιμο του χρόνου που σου στερήσαμε εγώ κι ο αδερφός μου.
Πρέπει να μάθεις κάτι όμως: Δεν υπρ?χεις για εμάς. Δεν υπήρξες ποτέ. Είτε είναι σωστό είτε όχι, αυτό που κάνω, αυτό το “χύμα” thing να γράφω και να σε “δίνω” στεγνά στον ιστό που γουστάρεις
να σαλιαρίζεις – και να ‘σαι περήφανος γι’αυτό -, εμένα μ’αρέσει, διότι δεν υπάρχεις. Πάρ’το σαν εκδίκηση.
Ποτέ δεν θα ‘χεις αυτό που έχω εγώ, αυτό που έχω με τον αδερφό που μου κάνατε δώρο, αυτό που λέγεται ανθρωπιά και καλοσύνη. Είσαι τσαλακωμένος, αποτυχημένος, και το ξέρεις. Θέλεις να παρουσιάζεις τους άλλους σαν εσένα ή και -ασφαλώς- χειρότερα. Είσαι λίγος, και δε λέω ψέματα. Είσαι μόνος. Μόνος, μόνος, μόνος. Και αυτό είναι που σε φοβίζει περισσότερο.
Αλλά αυτό θα πάθεις και αυτό με κάνει να χαμογελάω. Θα εύχεσαι να είχες αυτό για το οποίο μας βρίζεις, αυτό με το οποίο χτίζονται οι σχέσεις, αυτό για το οποίο λεγόμαστε άνθρωποι και μας κάνει να διαφέρουμε από τα ζώα. Ψάξε, ψάξε, δε θα το βρείς..
Τέλος, σ’ευχαριστώ μου κάνεις τη μαλακιά μου καρδιά να φαίνεται πέτρα. Χρειάζεται, είστε πολλοί.
Στον ανύπαρκτο πατέρα που μ’έκανε να φοβάμαι το σκοτάδι, τα πιάτα, τα βάζα και τις δυνατές φωνές
*λαγουδάκι: βλέπουμε τηλεόραση και λόγω της πλύσης εγκεφάλου που έχουμε υποστεί με τη θεωρία “η καλοπέραση είναι κακό πράγμα, είναι για τους αλήτες. Ο μπαμπάς δεν περνάει καλά, δουλεύει όλη μέρα για σας, εσείς γιατί να διασκεδάζετε;”, όποτε ακούμε ήχο που θυμίζει άνοιγμα πόρτας – έφοδο/επιστροφή γονέων στο σπίτι, σβήνουμε φώτα και τηλεόραση, κρύβουμε κινητά, τρέχουμε στα δωμάτια γελώντας. Γελώντας.. Χαχ.. Αστείο; Καθόλου..


Trackback URI | Comments RSS

Leave a Reply

Name (required)

Email (required)

Website

Speak your mind