Roses

October 14th, 2007

4:39. Πρωί, δυστυχώς.
Στο κεφάλι σου δεν υπάρχει τίποτα.
Ξαφνικά δεν έχεις κανέναν. Ο ένας είναι μακριά, οι φίλες σου για την πάρτη τους, οι υπόλοιποι κοιμούνται και εσύ απλά θες ένα τσιγάρο. Κλείνεις τα μάτια και διαλέγεις τυχαία κομμάτια στο iTunes. Είναι η ιδέα σου ή όλα σε ρίχνουν ακόμη περισσότερο;
Δεν ξέρεις αν είναι λογικό να βάλεις τα κλάματα ή όχι. Τί σημασία έχει, όμως; Μήπως θα σε δει κανένας να σε κατηγορήσει για ό,τι κάνεις; Η μαλακία είναι ότι το χάρισες το πακέτο, αλλιώς ξέρω πώς θα ηρεμούσες..
Ε, τουλάχιστον κάτι είναι και το γράψιμο.

Τώρα νυστάζεις ή δε νυστάζεις; Αποφάσισε!
Καλά πότε έγιναν έτσι τα χέρια σου; Σαν γριάς είναι μωρή.. Πλάκα κάνω, επειδή σήμερα είπες ότι φοβάσαι τα γηρατειά.

Πες μου μια εικόνα που σου ‘ρχεται στο μυαλό τώρα.
Ωραία, κρατάς ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα τα οποία αγόρασες μόνη σου. Και; Είναι κόκκινα, ε; Ε και τι πληροφορία είναι αυτή; Πες κάτι παραπάνω, κάτι άλλο!
Τα κρατάς σφιχτά λες και δεν έχουν αγκάθια, λες και δε θα τρυπηθείς ποτέ.. Μμ.. ρομαντικό μου ακούγεται..
Πες μου..
Κλαις; Ρε μαλάκα κλαις; Έλα, συνέχισε αυτό που έλεγες.. Έλα ρε χαζό, μην κλαις.. Σε παρακαλώ Κατερίνα..
Κατερίνα μου; Έλα εδώ να σε πάρω αγκαλίτσα.. Σσσς.. Σταμάτα ψυχή μου.. Δε θέλω να είσαι έτσι.. Σκέψου τα τριαντάφυλλα.. Ότι στα έδωσα εγώ.. Και δεν έχουν αγκάθια, τα έβγαλα για να μην πονέσεις.. Έλα καρδούλα μου, μη μου κλαις.. Μη, μη μιλάς.. Ούτως ή άλλως.. Δε μας ακούει και κανένας για να μιλήσεις. Χαζούλι μου.. Έτσι ντε, χαμογέλα μου! Λέρωσες και τα Σανέλ, χαζή! Γελάς, ε; Άσε και τα τριαντάφυλλα και τις χαζομάρες τώρα. Έχεις εμένα κι εγώ εσένα. Τί γελάς; “Εγώ είμαι εγώ”; Όχι.. εσύ είσαι εσύ κι εγώ είμαι εγώ! Όχι; Και πώς είναι; Εσύ είμαι εγώ; Κι εγώ είμαι εσύ; Με μπέρδεψα..
Ψέματα.
5:06.

Friends

October 14th, 2007

Σχέσεις.
Όχι απαραίτητα ερωτικές. Σχέσεις φιλικές. Από εκείνες που χτίζονται όχι σε μία στιγμή, αλλά σε διάρκεια μεγάλου διαστήματος.
Χρόνος.
Ο χρόνος τρέχει πολύ γρήγορα όταν αναφερόμαστε στις σχέσεις. Άλλοι δένονται γρήγορα και επιτυχώς κι άλλοι προσπαθούν να “τρυπώσουν” σ’αυτό που έχτισαν οι πρώτοι. Σα να ψάχνουν μια στέγη, μία παρέα ήδη φτιαγμένη να “χωθούν”.
Είναι δύσκολο. Είναι δύσκολο να αλλάξεις συνήθειες και τρόπο ομιλίας για να ταιριάξεις με κάτι που δεν είσαι. Είναι δύσκολο να μπεις σε μία σχέση και να θες να θεωρηθείς ίσος με τους πρώτους.
Πολλές φορές, οι φιλίες είναι σαν τους ερωτικούς δεσμούς. Κάποιοι θέλουν κάποιον τρίτο για μία-δύο φορές, για αλλαγή, για κάτι καινούργιο. Πάντα όμως θα είναι ζευγάρι και στους δύο τρίτος δε χωρεί. Ακόμη και ο τελευταίος το γνωρίζει αυτό και πληρώνει το τίμημα να μην καταλαβαίνει τον κώδικα των δύο.
Άλλοι δέχονται τον τρίτο σε μία ελεύθερη σχέση όπου όλοι μοιράζονται κι όλοι επικοινωνούν στην ίδια γλώσσα. Έχουν διαφορετικές συνήθειες, αλλά αυτό δεν αφήνει κανέναν “πίσω”, μόνο του. Όλοι έχουν κάτι ενδιαφέρον και διαφορετικό να πούν χωρίς να φοβούνται τον χλευασμό των άλλων. Ο ένας αγαπά τη διαφορετικότητα του άλλου και τον βοηθά να τη διατηρήσει, όχι να τον κάνει ίδιο με τον εαυτό του.
Είναι λυπηρό να είσαι ο τρίτος σε μία σχέση όπως η πρώτη. Σε μία φιλία, που νόμιζες ότι ένιωσες να έχεις. Είναι τραγικό να πιστεύεις ότι πρέπει να γίνεις κάτι ίδιο με εκείνους, για να προσέξουν περισσότερο τι λες, για να γελάσουν με το αστείο σου, για να σε υπερασπιστούν σε μία άποψη.
Εσύ.
Εσύ να μην αλλάξεις για κανέναν. Αν είσαι κάτι άλλο, το χρωστάς μόνο σε σένα και σε όσα έχεις ζήσει. Δεν σου αξίζει να εξισώνεις τον εαυτό σου με κάτι άλλο.
Είσαι κάτι άλλο, το.

Love me

October 12th, 2007

Σ’αγαπάω

Έμεινα να χαζεύω πως μ’αγαπάω πολλά λεπτά. Άκουσα και το τραγούδι που πάντα μου φτιάχνει τη διάθεση (“Για σένα”-Μ.Χ.) και ήμουν έτοιμη να κλάψω.
Δεν έπεσε ούτε δείγμα δακρύων, λέμε. Αυτό, που όταν περιμένεις κάτι να γίνει δε γίνεται ποτέ, πάντα με εκνεύριζε. Είχα μπει στο κλίμα, περίμενα να βραχώ!
Αυτό το “σ’αγαπάω” όμως ήταν, και είναι, τόσο μεγάλο που δε μ’αφήνει να δακρύσω. Δε μ’αφήνει γενικά να αντιδράσω.. Είναι αστείο να το γράφω εγώ στον εαυτό μου και είναι τραγικό το κατά πόσο πέτυχε αυτό που σκέφτηκα να κάνω..
Θα μπορούσα να είχα κάνει αυτό που πρώτο μου ήρθε στο μυαλό: Να γράψω βρισιές και να μου περάσουν όλα. Άσε όμως που έτσι θα ένιωθα και τις τύψεις ότι είμαι η κακιά της υπόθεσης και δεν είναι σωστό να μιλάω και να σκέφτομαι έτσι και και και..
Όχι, όχι.. Μ’αγαπάω και πέτυχε κιόλας! Δε το ΄ξερα η άμοιρη να το γράφω πιο συχνά..

Underneath my clothes there’s an endless story

October 11th, 2007

Μερικά πράγματα δεν μπορείς να τα ελέγξεις. Ένα από αυτά τα απλά καθημερινά (εκνευριστικά) “πράγματα” είναι το μυαλό μου. Ξέρω ότι καλύτερα θα ήταν να λέγομαι κατάθλιψη.gr (μα το βλέπεις, το προσπαθώ το χιουμοράκι), αλλά μας βγήκε σε θαλασσινό. Τέλοσπαντων. Η ώρα είναι 2:50 την 11/10/07. Πέντε χρόνια πριν, έγραφα στον πριγκηπάκο μου. Δε βαριέσαι.. Μήπως να επανονομάσω το λάπτοπ;
Απόψε έβρεξε. Το χάρηκα μ’όλη μου την ψυχή! Βράχηκα και το ‘φχαριστήθηκα! Το περίμενα σαν αγκαλιά που μου έλειπε μήνες, σα λύτρωση, σα να βλέπω την πρώην κολλητή μου και να είμαστε όπως παλιά, σα να κάνω έρωτα μες στη θάλασσα. Πολλά, πάρα πολλά στο μυαλό μου. Αυτό.. αυτό τα κάνει όλα.
Πριν από λίγο μάζεψα τα τελευταία διαμάντια της βραδιάς αυτής. Γι’αυτό είμαι εδώ άλλωστε.. Τα ξεκόλλησα απ’τις βλεφαρίδες μου με προσοχή και τα ακούμπησα στο έξτρα σοφτ χαρτί υγείας. Αμέ. Ακόμα βλέπω κομμάτια τους, απομεινάρια, πάνω και κάτω απ’το βλέμμα μου. Θυμάμαι, όταν έβλεπα πόκεμον, ή οποιαδήποτε άλλη ταινία που έχει anime, όταν ήταν ώρα να τα μπήξουν, έλαμπε ο τόπος! Αυτό δεν ήταν κλάμα, αυτό ήταν “το φως το αληθινό”! Έτσι σκεφτόμουν για τα διαμάντια μου απόψε. Μόνο που δεν πρόλαβα αυτό το στάδιο της “λάμψης”. Αυτή τη φορά κάηκα. Έκαιγαν πολύ όταν έπεσαν στα μάγουλά μου και η όλη διαδικασία πήρε πολύ λίγα δευτερόλεπτα. Μίσησα όλο τον κόσμο μου και έψαχνα ένα αισιόδοξο πράγμα να σκεφτώ.
“Είμαι πλούσια”, είπα ξαφνικά και τελικά χαμογέλασα ντίγκα στο δάκρυ και με φωνή νταλικέρη. Γελούσα μέχρι που κατάλαβα ότι κορόιδευα τον εαυτό μου. Είχα πιστέψει ότι τα δάκρυα είναι διαμάντια, ότι η αποψινή βροχή θα έκανε τους φτωχούς πλούσιους κι ότι εμένα που ΚΑΙ με έλουσε η βροχή αλλά ΚΑΙ που έκλαιγα, μου ανήκε ο κόσμος όλος. Τα κλασσικά, δεν αλλάζω, ποτέ. Κοσμάρα μου φορέβερ και δε συμμαζεύεται..
Θυμάμαι το συναίσθημα αυτό που είχα όταν κατέβηκα στην παραλία για να βραχώ επίτηδες.. Χαμογελάω.. Ήταν τόσο όμορφα. Πριν από 2-3 χρόνια είχα πέσει στη θάλασσα με πουλόβερ, Νοέμβρη μήνα. Ήταν το κάτι άλλο! (Και μετά μου λέει η Βόνταφον “Ζήσε τη στιγμή”!) Και τις δύο αυτές φορές ένιωσα να θέλω να γελάσω τόσο από μέσα μου, που η μικρή χαριτωμένη μου τσιρίδα με έκανε να δακρύσω. Να νιώσω πως ό,τι αγαπώ σ’ολόκληρο τον κόσμο ήταν δίπλα μου εκείνη τη στιγμή και μόνο..
Ε, μετά το λες και το χαλάς. Το κάνεις “θνητό”, δεν υπάρχει μετά. Πού να εξηγώ!.. Ήταν, ήταν μόνο για μένα.. Γελάω..
Κι αύριο, θα χαιρετήσω τα διαμάντια μου που θα λαμπιρίζουν με τον ήλιο στα μάτια μου και τόσο πολύ λίγοι θα πιστεύουν το ίδιο..

Ρε, και να με κοιτάνε με ένα ηλίθιο ύφος και να μου λένε “Πάς καλά;”.. Χαχαχαχα, μια χαρά, ευχαριστώ, εσείς; Πώς είστε;

Perfect Colour.Γιατί αυτές είμαστε.

October 9th, 2007

Συναντήθηκαν μετά απ’όλα όσα είχαν συμβεί. Το ήθελαν και οι δύο. Κανείς τους δε το παραδέχτηκε ποτέ. Εκείνη: “Τον σκεφτόμουν κάθε μέρα και δεν μπορούσα να εξηγήσω το λόγο. Θα έγραφα στίχους και κείμενα για εκείνον, αλλά δεν ήξερα γιατί θα το έκανα. Μήπως γιατί πίστεψα ότι ήταν ο μόνος που κοιτούσε μέσα μου; Δεν ξέρω, δεν μπορώ να τον ξεχάσω.” Εκείνος: “Θα μπορούσα να γράψω το πιο όμορφο τραγούδι για εκείνη, να το παίζω και να μου τραγουδάει. Να είμαστε για πάντα μαζί. Όπως εκείνες τις λίγες φορές που την είχα δίπλα μου. Τη σκέφτομαι, μα δε τη θέλω. Όχι με αυτές τις συνθήκες. Όχι έτσι όπως φέρεται. Τη σκέφτομαι πάλι.”
Κοιτάχτηκαν λιγότερο από ένα δευτερόλεπτο. Ο ένας μύριζε τον άλλο. Και οι δύο θα ορμούσαν. Υπό άλλες συνθήκες πάντα. Εκείνος κοιτάει δεξιά, εκείνη αριστερά. Ο ήλιος βουλιάζει πίσω από τα βουνά. Είναι η αγαπημένη της ώρα. Γυρίζει και τον αγκαλιάζει.. χωρίς λόγο. Ο χρόνος σταματάει και νιώθουν να ανήκει ο ένας στον άλλο για μία και μοναδική στιγμή. Είναι μυστικό και κανείς δε θα το πει σε κανέναν. Κι όμως, ειρωνικό, όλοι γύρω τους κοιτάζουν και χαμογελούν. Της δίνει ένα και μοναδικό φιλί. Δε θα της το έδινε ποτέ. Ή τώρα ή ποτέ.. Ένα πραγματικό φιλί, απο εκείνον, σε εκείνη. Ο χρόνος δεν ξεκίνησε ποτέ ξανά για αυτούς. Σταμάτησε εκεί. Δεν ήταν ευτυχισμένοι, δεν ήταν μαζί. Ποτέ δε θα είναι. Έζησαν όμως μία στιγμή. Μία στιγμή που ο ένας ανήκε στον άλλο. Μία στιγμή που κανείς δε θα ξεχάσει. Που οι περαστικοί θα μιλούν για ένα πολύ ερωτευμένο ζευγάρι. Κι όλα θα είναι τόσο περίεργα, τόσο ξεκάθαρα και άλλο τόσο όμορφα μπερδεμένα..

Μαζοχισμός να το πώ;

October 5th, 2007

Κι ύστερα αναρωτιέμαι γιατί πέφτω, γιατί γράφω.. Συνήθισα. Ακόμα κι αν όλα πάνε καλά, κάτι θα βρώ να πώ ότι με ρίχνει. Κάτι θα βρώ να με κάνει να δακρύσω. Μία ταινία, μια έλλειψη, κάτι πάντα θα βρώ να λείπει. Παντού υπάρχει κάτι να με συγκινεί, να ζηλεύω, κάτι θα βρω.. Είναι αυτή η ρημαδιακή συνήθεια. Να στεναχωριέμαι. Αν αυτό δεν είναι μαζοχισμός, τότε τί είναι; Μου τη σπάει που όλα είναι καλά, μου τη σπάει που θα φύγω. Αν ανοίξεις το βιβλιαράκι του Μικρού μου Πρίγκηπα, δε γράφω και τίποτα άλλο: “Θέλω να φύγω, θέλω να φύγω.. Όχι ρε, δε θέλω να φύγω. Δε θέλω να αφήσω αυτό το μέρος που κοιμάμαι. Γιατί δε το φοβάμαι πια. Δε φοβάμαι πια τίποτα. Είμαι νορμάλ άτομο. Ναι, είμαι. Βγαίνω. Κοιμάμαι 7 το πρωί και κανείς δε με βρίζει πια. Κανείς δε μου κάνει κακό. Και αυτό δε μπορώ να το συνηθίσω. Θέλω να ξαναζητήσω τη φυγή. Να θέλω να φύγω. Μέχρι πριν από λίγες μέρες ήθελα να γεμίσω ξανά τον τοίχο μου με στίχους και λέξεις. Παρακάλια στον ανύπαρκτο θεό να με πάρει μακριά απο όλα όσα φοβάμαι. Κι αυτός μου έστειλε μια συγγνώμη και λουλούδια. Κι εγώ ευχόμουν να πεθάνει, να πεθάνει, κι εγώ να φύγω για να μη φοβάμαι. Κι ορίστε, φεύγεις.. Τί κατάλαβες; Και κλαίς που φεύγεις. Κι όλοι θα σου πουν πως έτσι νιώθεις παντα στην αρχή, έτσι γίνεται πάντα στην αρχή. Για μένα, έχω φύγει, έχω γυρίσει και θέλω να μείνω εδώ. Με το γύφτο το σκύλο μου, τον μπάσταρδο, τον αστείο, να μου γλέιφει τις πατούσες και να μου τρίβεται με το σώμα όρθιο και το κεφάλι μόνο στο πάτωμα, να μ’αγαπάει όσο κανείς άλλος. Και κλαίω. Και μ’αρέσει τόσο μα τόσο πολύ. Μμ.. Βάλαμε και Τσαλιγοπούλου τώρα-πάντα μ’άρεσε. Τώρα ακόμα πιο πολύ. Θα διαβάσω την εφημερίδα μου και θα ξεχαστώ. Ας ελπίσουμε. “Τώρα ο κόσμος έχει χάσει μια στροφή.” Και “Δε σου στάθηκε κανένας πιο πολύ.. Εγώ σ’αγάπησα εδώ”. Δε σβήνω τίποτα. Τίποτα δε θα σβήσω αυτή τη φορά. Ούτε θα διορθώσω, ούτε τόνους που ξέχασα δε βάζω. Έτσι, προχειριά, δική μου.Και το άλλο; Κάποτε έκρυβα τον πρίγκηπα. Τώρα πληγώθηκε, κόπηκαν κομμάτια του και τα έχει ο δικηγόρος. Δε τον κρύβω πια. Ας έρθει η μάνα μου να διαβάσει γράμματα στις παλιές μου αγάπες και εφιάλτες που είχα. Εδώ είμαι. Εδώ είναι και ο πρίγκηπας, ο θεός μου, ο εαυτός μου.
Γ**ώ τα υπαρξιακά σου, κοριτσάκι.
+ Τί είναι παιδί μου..;
< Γκουνάτ!>

παραλήρημα. σύμπτωμα φρενοπάθειας που εκδηλώνεται ως ασυνάρτητη φλυαρία, ντελίριο

October 5th, 2007

Αγαπημένο μου ημερολόγιο,
Τα δάκρυά μου έπεφταν χωρίς να το καταλαβαίνω. Χωρίς να νιώθω πόνο. Ήμουν τελείως άδεια. Θα ‘θελα να ‘μουν άδεια κι από συναισθήματα αλλά μου είναι πάντα δύσκολο να απαρνηθώ τη φύση μου. Οι σκέψεις στο μυαλό μου πολλές. Τα χαμόγελα λίγα. Γράφω γραμμές και τις σβήνω. Θα ‘θελα έτσι εύκολα να μπορούσα να τα σβήσω από το κεφάλι μου. Αυτό φταίει για όλα, αυτό γα**ει τα πάντα, μου είπαν. Αχ Νεφέλη, μη γίνεσαι υπερβολική. –Δε με λένε Νεφέλη, με λένε Κατερίνα και σάλτα πηδήξου.
Η Σοφία θα μου πρότεινε να πετάξω ένα γα**σταυρίδι και να συνεχίσω τη ζωή μου. Εδώ το ‘χα. Μάλιστα είχε κατέβει πολύ γρήγορα από το κεφάλι στο στόμα και ήθελε να χοροπηδήσει στη γλώσσα μου και με ένα εντυπωσιακό άλμα να πεταχτεί έξω. Όπως πάντα έκανα υπομονή. Υπομονή, υπομονή, υπομονή. Και όπως πάντα έκανα λάθος που έκανα υπομονή, υπομονή, υπομονή.. Έφταιξα όσο πριν αλλά και ακόμα περισσότερο. Ήταν σα να κλαίει ένα μωρό που δε του δίνουν όση σημασία χρειάζεται και να του λένε ‘σκάσε, τσιρίζεις όλη την ώρα’. Ευτυχώς τέτοια προβλήματα δεν έχω με τη μάνα μου. Και δεν είμαι μωρό.
Αγαπημένο μου ημερολόγιο,
Τα δάκρυα μου στέγνωσαν. Χέστηκες. Ουά, το ημερολόγιό μου δε μου μιλάει. Θέλω να πεθάνω, ουά. Δεν αντέχω, μίλα μου, μίλα μου, μίλα μου! Α, δε μπορείς.. δεν είσαι άνθρωπος. Δεν είσαι τίποτα παραπάνω από αυτό που είσαι. Είιισαι τίιιποτα, είιισαι τίιιποτα..νιανιανιανια.. Εγώ είμαι άνθρωπος! Ζήλεια.. Και νιώθω τα πάντα και σου μιλάω κι ας μη μου απαντάς! Εσύ δε μπορείς. Ποτέ μα ποτέ μα ποτέ δε θα μπορείς να μου μιλήσεις. Και ψόφα και σε μισώ και δε σ’αγάπησα ποτέ γιατί ποτέ δε μου γραψες τίποτα. Δεν ένιωσες ποτέ τίποτα για μένα! Ηλίθιο. Μ.
”Μ”.. νάζια.. σου κάνω και νάζια. Σε βρίζω και μετά σου κάνω νάζια για να τα βρούμε, εντάξει; Εσύ τώρα θα κάνεις ότι δεν έγινε τίποτα. Εντάξει; Αφού εγώ είμαι καλή.. και σ’αγαπάω.. Κι αν προσπαθήσουμε, θα είμαστε καλά. Εξάλλου έχουμε περάσει τόσες μέρες μαζί. Να σου γράφω και να κλαίω σαν τρελή για τους ανθρώπους. Έτσι δεν είναι καλό μου; Έλα μην είσαι κακό τώρα.. Συγχώρεσε με γι’αυτά που σου είπα. Σε παρακαλώ..; Έλα έλα, σόρι.. Ε και τέλοσπάντων εσύ με έφτασες σε αυτό το σημείο, δε τα είπα έτσι από μόνη μου! Ε, τι; Τρελή είμαι;
Αχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχα
Αχαχαχαχαχαχαχαχαχααχαχαχαχαχαχα
Αχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχα.

‘μέρες

Άντρεα

October 5th, 2007

Πόσο σπαρακτικό μπορεί να είναι ένα γέλιο;
Η γυναίκα είχε κόκκινα κοντά μαλλια. Θα ορκιζόμουν από την προφορά της ότι ήταν από κάπου από το ανατολικό μπλοκ, πως στη χώρα της μπορεί να είχε πολύ καλή δουλειά και πως στη δικιά μας θα καθάριζε σκάλες για να ζήσει. Ο άντρας δίπλα της φαινόταν νεότερος. Ψηλός, αδιάφορος, με την ίδια περίεργη προφορά στα αγγλικά του και αυτός. Εκείνος με το λάπτοπ, εκείνη με εναν από τους δικούς μας υπολογιστές, ‘σέρφαραν’. Ήπιαν και από μια μπύρα βαρελίσια – μεγάλο ποτήρι. Αφού η γυναίκα (ας πούμε ότι την λένε Άντρεα) τελείωσε με ό,τι ήθελε να κάνει στο ίντερνετ, κάθισε δίπλα του. Σε αυτόν δε δίνω όνομα, δε του αξίζει.
Όσο περνούσε η ώρα, όλο και περισσότερο αστείο της φαινόταν αυτό που υπήρχε στην οθόνη του συντρόφου της. Δεν γύρισα να κοιτάξω, απλά απορούσα με τα πνευμόνια της που άντεχαν το τόσο συνεχές γέλιο! Λίγα λεπτά αργότερα δεν άντεξα το θόρυβό της και γύρισα να την κοιτάξω. Τα χέρια της κουβαλούσαν χρόνια επάνω τους. Τελικά ίσως και στην Ουγγαρία να καθαρίζει σκάλες. Τώρα κάλυπτε το στόμα της με αυτά και προσπαθούσε να συνέλθει από αυτό που έβλεπε. Η περιέργεια και η αδιακρισία μου ξεπέρασαν κάθε όριο. Το Lovebox.hu ήταν αυτό που την έκανε να νιώθει έτσι, μα κυρίως αυτό που ο σύντροφος της έκανε εκεί. Αυτό ποτέ δε το έμαθα. Ξεχώρισα όμως επιτέλους το γέλιο από το σπαρακτικό κλάμα. Μέσα σε λίγη –πολύ λίγη- ώρα, την είδα να σηκώνεται και να φεύγει κλαίγοντας δυνατά, κρατώντας το στόμα της, φοβούμενη προφανώς μήπως λερώσει το χώρο με πρ?άγωγα ανεπιθύμητων ζαλάδων.
Εκείνος, ο Άντρας, δεν γύισε να την κοιτάξει. Συνέχισε να γράφει και να γράφει και να κοιτάει τα κατορθώματά του στην οθόνη. Κάποιες στιγμες, αυτή η κοκκινομάλλα μου θύμισε τη μάνα μου κι ο άλλος τον Ανύπαρκτο. Τόση μα τόση απάθεια.. Ήθελα να βγω μαζί της έξω, να της δώσω ένα ποτήρι νερό, κάτι. Είχε απομακρυνθεί. Θα ΄θελα να ΄χε φύγει πιο μακριά από ό,τι κατάφερε. Ήμουν σίγουρη ότι εκείνος θα κατάφερνε να την ΄τουμπάρει΄ ξανά. Και ξανά και ξανά και ξάνα.. Έτσι γίνεται πάντα.
Θα μπορούσα να γράψω μια ολόκληρη ιστορία για αυτή τη γυναίκα. Για το κλάμα της, για την αναισθησία του συντρόφου της, την αχαριστία του απέναντί της. Για τη ζωή τους στην Ουγγαρία και όλα όσα έχουν ζήσει, ακόμα και το λόγο που δεν τον διώχνει ώστε να είναι ευτυχισμένη. Αλλά δε το κάνω, γιατί μπορεί να είναι ψέματα, απλές σκέψεις δικές μου..
Αφού πλήρωσε ο Άντρας και έφυγε, τους είδα λίγο αργότερα να περνούν απ’έξω χέρι χέρι. Τόσο τραγική εικόνα. Σκεφτόμουν τα χειρότερα, τους κοιτουσα τόσο έντονα που σχεδόν τον μίσησα εκείνον.
Ξαφνικά, η γυναίκα, λέγοντάς του κάτι, απομακρύνθηκε τινάζοντας το χέρι του και σκουπίζοντας το πρόσωπο της. Κατευθυνονταν προς τη θάλασσα και τους έχασα από τα μάτια μου.
Τη συνέχεια τη φαντάζεται ο καθένας όπως θέλει. Άντρεα, εύχομαι να μη στεναχωριέσαι από εδώ και πέρα.
(Και που να ξερες ότι κάποια άγνωστη γράφει για σένα.. )

Panic

October 5th, 2007

Ένωσα τα δάχτυλα μου αφήνοντας ένα μικρό κενό ανάμεσα τους και τα πλησίασα στο στόμα. Σχηματίζοντας την αίσθηση ότι κρατάω ένα τσιγάρο, έκλεισα τα μάτια και ρούφηξα όλο ευχαρίστηση τον καθαρό αέρα του δωματίου μου. Για μια στιγμή θα ορκιζόμουν ότι οι πνεύμονες μου βρώμισαν με καπνό. Ύστερα επέστρεψα στην πραγματικότητα και σκούπισα τα μάτια μου να διώξω τα δάκρυα που για ακόμη μια νύχτα με επισκέφθηκαν. Στο iTunes έπαιξαν πολλά τραγούδια από αυτά που ακούγονται αυτή την εποχή. Erik Faber – Not Over, ένα από τα αγαπημένα μου. Ποτέ δεν κοιτάω να σώσω την κατάσταση όταν ακούω μουσική. Μ’αρέσει, όσο άσχημα και να νιώθω, να ακούω τραγούδια που με πληγώνουν χειρότερα και από ό,τι με έκανε αρχικά να δακρύσω.
Έσκαψα το σώμα μου με τα καρπουζί νύχια μου και μάτωσα. Ξέρω πόσο άσχημη είμαι όταν κλαίω σαν κακομοίρα για τους ανθρωπους. Καλά να πάθω. Πόσο με μισώ που ζω έτσι. Που ακούω όσα ακούω και δεν αντιμιλάω, για να μη χάσω. Να μη χάσω τα ήδη χαμένα. Αξιοπρέπειες και τέτοιες μπούρδες, να σώσουμε ό,τι απέμεινε, ό,τι προλάβουμε, πριν το τέλος.
Με το δείκτη του ενός χεριού μου μαζεύω το αίμα και το γλείφω. Δε βλέπω σχεδόν τίποτα καθαρά μέσα από τα γυαλιά μου. Είναι χαλασμένα και λερωμένα. Και θολά από το κλάμα μου. Το κινητό μου δε χτυπάει. Ούτε πρόκειται. Απλά, έτσι, για να κοιτάω κάτι και να το περιμένω το λέω..
Με μισώ ξανά όταν σκέφτομαι ότι την επόμενη μέρα θα είναι όλα καλά, ίσως και τέλεια. Δε θέλω να το προσπαθήσω καν. Δε θέλω να το ζήσω καν. Δε θέλω. Το κεφάλι μου πέφτει στο στρώμα και η ζαλάδα είναι μεγάλη. Θέλω να σπάσω την αχιβαδα, να τη λιώσω, να την κάνω κομμάτια και μετά να την πενθήσω. Να τους το λέω και να λένε ‘Αλήθεια σκέφτηκες να το κάνεις αυτό; Κακιά..’. Και πάλι εγώ θα φταίω που έγιναν όλα. Και πάλι εγώ θα κλαίω που έγιναν όλα.. Τίποτα δεν είναι, είναι ένα κοχύλι. Ένα κοχύλι που το έσφιγγα στο χέρι μου όταν μου μιλούσαν άσχημα, λες και αυτό θα με προστάτευε. Όλα στο μικρό μου ονειροπόλο μυαλό είναι. Το κακό είναι ότι όλοι το ξέρουν τώρα πια. Ακόμα και οι πέτρες. Κι η θάλασσα και οι αχιβάδες τις.
Ήθελα να ήσουν εδώ, εσύ.. ο ξανθος και μικρός πρίγκηπας του Εξυπερί, ο φίλος της αλεπούς που εξημέρωσες, και να με πατούσες, να με έκανες χίλια κομμάτια, να με μάζευες, να με έβαζες σε μια σακούλα και να με πετούσες στα σκουπίδια. Διαλέγω εσένα, γιατί μόνο εσένα πίστεψα έτσι. Εσένα, που δεν υπάρχεις.
Έτσι εύχομαι κι εγώ να μην υπήρχα.
Στέκομαι δυο λεπτά χωρίς να γράψω τίποτα, κοιτάζοντας την οθόνη και ντρέπομαι. Ντρέπομαι που λυπάμαι τον εαυτό μου.
Αύριο όλα θα είναι καλά, με κάποιο μαγικό τρόπο. Όλες οι λέξεις και οι φωνές που δε μου άρεσαν θα ξεχαστούν. Όπως πάντα. Υπομονή.. Μέχρι πότε;
Κλέινω τα μάτια μου και βλέπω μια αγκαλιά στη θάλασσα. Κάποιος με κρατάει σφιχτά, με στριφογυ?ίζει, γελάω.. Βλέπω το νησάκι, την παραλία, μια οικοδομή, χαλίκια, ουρανό, ήλιο, νερό.. Με βουτάει. Πιο βαθιά. Δεν πρόλαβα να πάρω μεγάλη αναπνοή. Δε θέλω άλλο. Δε θέλω. Βοήθεια. Πνίγομαι. Παίρνω ανάσα από θάλασσα. Κλαίω. Βοήθεια. Θολή άμμος. Σκοτάδι. Σ’αγαπώ. Επιπλέω.[Κωνσταντίνος Βήτα – Panic]

Ψ, όπως Ψέμα

October 5th, 2007

Ο καθένας με τον τρόπο του. Εγώ γράφω, εκείνος παίζει κιθάρα. Εκείνος γελάει, εγώ δακρύζω. Εκείνος κρύβει μέσα του τις άσχημες σκέψεις, εγώ ουρλιάζω μ’αυτές. Είναι ο “αδερφός”, είμαι η “αδερφή”. Πάντα έτσι θα ‘ναι.
Ποτέ δε θα μας μάθεις, ποτέ δε θα μας γνωρίσεις. Αυτό είναι και το “τυχερό” μας: να είμαστε έτσι χωρίς να το ξέρεις. Αν το ‘ξερες, θα ζήλευες, όπως κάνεις και τώρα, αλλά και πολύ περισσότερο. Γιατί δεν μπορείς να το φτάσεις αυτό..
Έκανες ποτέ το “λαγουδάκι”* απ’το φόβο σου; Έφτιαξες μελωδίες όταν δε μπορούσες να μιλήσεις σε κανέναν; Έγραφες στον ξανθό πρίγκηπα του Εξυπερί τις σκέψεις σου με μάτια πρησμένα; Όχι.. Μόνο και μόνο γιατί κανείς από μόνος του δε μπορεί να πληγώσει τον εαυτό του. Μακάρι να γινόταν αυτό, να πονούσες κι εσύ, να καταλάβαινες.
Ονειρεύτηκες ποτέ κάτι καλύτερο απο αυτό που ήδη είσαι; Ποτέ..
Είσαι τόσο μα τόσο ρηχός, χωρίς να θέλω να σε προσβάλω. Ό,τι δεις, σου φτάνει για να σχηματίσεις γνώμη, να πεις και να περάσει το δικό σου.
Και βλέπεις μόνο το στήθος μου μέσα στη μπλούζα και μου λες “είσαι πολύ σέξι μ’αυτή την μπλούζα”. Κι ύστερα έρχεσαι στον ύπνο μου και με βιάζεις και ξυπνάω κλαίγοντας και ψάχνω μέρος να κρυφτώ μέσα στο ίδιο μας το σπίτι.
Με ακυρώνεις στους υπόλοιπους κι εγώ δε το γνωρίζω, η τελευταία της “οικογενείας”. Μετά υποκρίνεσαι, υποδύεσαι έναν άνθρωπο καλό, γλυκό. Κι ας ξέρω την αλήθεια. Τι θράσος..
Μου κάνεις μασάζ στους ώμους δυνατά. Πονάω, στο λέω, μα συνεχίζεις και γελάς. Δεν είναι αστείο. Σε μισώ.
Βρίζεις τη μάνα μου και μια μέρα μετά σας ακούω να κάνετε αυτό που η αγάπη ονομάζει “έρωτα” κι ο φόβος “βιασμό”.
Με διατάζεις να σε βοηθήσω, να ξεπληρώσω το χρέος μου, τα χρήματα που σου χρωστάω. Αυτά της τροφής και της ένδυσης, αλλά και της εκπαίδευσής μου, που μου έδωσες την ευκαιρία να αποκτήσω. Το αντίτιμο του χρόνου που σου στερήσαμε εγώ κι ο αδερφός μου.
Πρέπει να μάθεις κάτι όμως: Δεν υπρ?χεις για εμάς. Δεν υπήρξες ποτέ. Είτε είναι σωστό είτε όχι, αυτό που κάνω, αυτό το “χύμα” thing να γράφω και να σε “δίνω” στεγνά στον ιστό που γουστάρεις
να σαλιαρίζεις - και να ‘σαι περήφανος γι’αυτό -, εμένα μ’αρέσει, διότι δεν υπάρχεις. Πάρ’το σαν εκδίκηση.
Ποτέ δεν θα ‘χεις αυτό που έχω εγώ, αυτό που έχω με τον αδερφό που μου κάνατε δώρο, αυτό που λέγεται ανθρωπιά και καλοσύνη. Είσαι τσαλακωμένος, αποτυχημένος, και το ξέρεις. Θέλεις να παρουσιάζεις τους άλλους σαν εσένα ή και -ασφαλώς- χειρότερα. Είσαι λίγος, και δε λέω ψέματα. Είσαι μόνος. Μόνος, μόνος, μόνος. Και αυτό είναι που σε φοβίζει περισσότερο.
Αλλά αυτό θα πάθεις και αυτό με κάνει να χαμογελάω. Θα εύχεσαι να είχες αυτό για το οποίο μας βρίζεις, αυτό με το οποίο χτίζονται οι σχέσεις, αυτό για το οποίο λεγόμαστε άνθρωποι και μας κάνει να διαφέρουμε από τα ζώα. Ψάξε, ψάξε, δε θα το βρείς..
Τέλος, σ’ευχαριστώ μου κάνεις τη μαλακιά μου καρδιά να φαίνεται πέτρα. Χρειάζεται, είστε πολλοί.
Στον ανύπαρκτο πατέρα που μ’έκανε να φοβάμαι το σκοτάδι, τα πιάτα, τα βάζα και τις δυνατές φωνές
*λαγουδάκι: βλέπουμε τηλεόραση και λόγω της πλύσης εγκεφάλου που έχουμε υποστεί με τη θεωρία “η καλοπέραση είναι κακό πράγμα, είναι για τους αλήτες. Ο μπαμπάς δεν περνάει καλά, δουλεύει όλη μέρα για σας, εσείς γιατί να διασκεδάζετε;”, όποτε ακούμε ήχο που θυμίζει άνοιγμα πόρτας - έφοδο/επιστροφή γονέων στο σπίτι, σβήνουμε φώτα και τηλεόραση, κρύβουμε κινητά, τρέχουμε στα δωμάτια γελώντας. Γελώντας.. Χαχ.. Αστείο; Καθόλου..