Άσπρο ή μαύρο
Διπρόσωποι. Μαύρα και άσπρα χαρτιά πεταμένα στη φωτιά. Πεταμένα στη θάλασσα, πεταμένα στον αέρα.. Τα άσπρα γράφουν “ΣΥΓΓΝΩΜΗ” και τα μαύρα “ΣΕ ΜΙΣΩ”. Έπιασα όσα μπορούσα και τα διάβασα..
Τόσο μίσος στα χέρια μου είχα καιρό να νιώσω. Τσαλάκωσα όσα μαύρα μπόρεσα και τα έριξα στη φωτιά. Στις σπίθες και στον καπνό της ξεπετάγονταν σαν καμένο καλαμπόκι νέα λευκά χαρτιά που έφταναν ως τον ουρανό και έγραφαν “ΣΥΓΓΝΩΜΗ”.. Παγίδα. Ήμουν σίγουρη ότι από την πίσω πλευρά, που δεν έβλεπα, ήταν μαύρο. Θα έπεφταν πάνω μου και θα κολλούσαν στο στήθος μου να με ξεκάνουν. Το γκρίζο τοπίο σκούραινε με το χρόνο και το μόνο χρωματιστό που είχε μείνει ήταν τα χείλη μου. Ροζ, θαμπά, ξεφλουδισμένα σχεδόν, μισά απ’το παλιό τους σχήμα, έμεναν να μου θυμίζουν ότι κάποτε ήμουν ευτυχισμένη.
Στη μέση του πουθενά και παραδομένη στον χάρτινο κόσμο μου, ξαπλώνω στην άμμο και κοιτάζω τον ουρανό, που τώρα ο ήλιος του δε φαινόταν. Εκατομμύρια χαρτιά σκέπαζαν τον κόσμο αυτό και όλα έγραφαν ΣΥΓΓΝΩΜΗ. Έβγαλα το παιχνιδάκι μου από την τσέπη της ζακέτας και άρχισα να κάνω φούσκες με την ελπίδα ότι κάτι θα άλλαζε στα μάτια μου. Ο αέρας όμως φυσούσε δυνατά και στο πρώτο “φου” δεν έγινε τίποτα.. Το σαπούνι στο μπουκαλάκι μου μαύρο. Ξαναφυσάω, ξαναφυσάω.. τίποτα. Βουτάω ξανά το πλαστικό βουρτσάκι στο σαπούνι και φυσάω πάλι..
Στο γεμάτο χάρτινο ουρανό μου υπήρχε και ένα μαύρο χαρτί τώρα.. Ένα δικό μου μαύρο.. Ίδιο με εκείνα που έκαιγα πιο πριν..Όσο απομακρυνόταν από μένα, τόσο μεγάλωνε.. Και μεγάλωνε.. Πετούσε μακριά και τύλιγε στο σκοτάδι του όλα τα φωτεινα άσπρα που με είχαν περικυκλώσει. Η χαρά μου ήταν μεγάλη.. Ένιωσα τα χείλη μου να στεγνώνουν και η δίψα μου μεγάλωνε όσο σκοτείνιαζε ο ουρανός. Άγγιξα το στόμα με τα δάχτυλά μου και τα μαδημένα πλέον χείλια μου μού έδιναν αίμα. Ο αέρας με στέγνωνε ακόμα πιο πολύ τώρα και με το φύσημά του δεν ένιωθα πόνο. Το σκοτάδι δεν ήταν γκρίζο, ήταν μαύρο πια.
Κι εγώ ετυτυχισμένη που δε με κοροιδεύουν. Μπορούσα να εξαφανιστώ τώρα. Μπορούσα να κάνω ό,τι θέλω, τώρα που βλέπω την αλήθεια τους. Σηκώθηκα και γλείφοντας τα χείλη μου, ο άνεμος πήρε τη γλώσσα μου. Πόνεσα. Ήξερα ότι δε θα μπορούσα να ξαναμιλήσω.. Έβγαλα ένα στυλό και έκοψα ένα κομμάτι χαρτί από την παραλία. Ζωγράφισα έξι γιασεμιά και εκείνα πήραν την κατάλληλη μορφή να μοιάσουν αληθινά. Τα άφησα στην πόρτα της Δέλτα180788 και γύρισα στη θέση μου. Αφέθηκα στον άνεμο.. Ήθελα μέρες τώρα να εξαφανιστώ. Επιτέλους.. Δε ένιωθα τίποτα παρά μόνο κρύο.
Μετα από λίγο ξεφλούδισε το στόμα μου και κομμάτια του προσώπου μου έφυγαν.. Τα μαλλιά μου πέταξαν μακριά.. Τα νύχια μου ξεριζώθηκαν.. Έγινα σκόνη..
Ένα με την άμμο, ένα με τη θάλασσα.
Χάρτινη σαν ψέμα, ψέμα σαν συγγνώμη..
Leave a Reply