ποιό γράμμα; δε θυμάμαι
Θυμήθηκα τώρα μια φορά που ήμουν στο σπίτι. Ήμουν μεγάλη, όπως τώρα, αλλά μου φαίνεται πολύ μακρινή η ανάμνηση. Όπως κ να ‘χει, θυμάμαι..
Είχα γυρίσει ένα βράδυ κ ο πατέρας μου μού μιλούσε έχοντας αυτό το ύφος σα να έχω κάνει κάτι κακό, κάτι πρόστυχο. Ένιωσα ενοχές, όπως έτσι κι αλλιώς θα ένιωθα, επειδή είχα βγει έξω. Κάποια στιγμή, λύθηκε η απορία μου, όταν μου πέταξε “..εκεί που σε πάνε οι γκόμενοι κ σου γράφουν κ γράμματα..”. Γράμματα, οι γκόμενοι, σε μένα. Ναιμ..
Η μάνα μου μού ‘φερε στα χέρια το γράμμα που ‘χε βρει ο πατέρας μου στο δωμάτιό μου. Όντως αυτός που το έγραφε ήταν ερωτευμένος μαζί μου. Μου έλεγε όσα θα ήθελα πάντα να διαβάσω από κάποιον. Μου ‘λεγε για τις βόλτες με το αυτοκίνητο, πού είχαμε φτάσει ένα απόγευμα..
Η αλήθεια είναι πως δε τα θυμόμουν, αλλά τα έγραφε κ ένιωθα το πόσο με ήθελε μέσα απ’το χαρτί που κρατούσα. Βόλτες, βλέμματα, η πρώτη φορά που με είδε, τα πρώτα φιλιά.
Οι περιγραφές με έκαναν να τα ζω, αγγίγματα που δε μπορούσα να συγκρατήσω. Κράτησα το άψυχο χαρτί σφιχτά, το ξανακοίταξα πολλές φορές, το ξαναδιάβασα πολλές φορές.
Άρχισα να κλαίω, δε θυμόμουν τίποτα. Κι όμως αυτός ήταν ο ένας, ίσως αυτός που θα με κρατούσε το περισσότερο που θα γινόταν.
Κι ο γραφικός χαρακτήρας ήταν ο δικός μου.
Filed under My Thoughts | Comment (1)july’s t-13
Λες κι ο κόσμος αυτός ζωντανεύει μόνο όταν μυρίζει θάλασσα, λίγο πριν πατήσεις ξανά στην πόλη, ακούγονται ξανά φωνές. Έτσι είναι, το μυαλό δυσκολεύεται να συγκρατήσει τις λέξεις, η φωνή ακούγεται στ’αυτιά και αποσυντονίζει, και οι σκέψεις καταλήγουν να είναι ιστορία. Ιστορία αρκετά μεγάλη, κρυφή. Θα ‘ταν θα ‘λεγες σενάριο ταινίας, στίχος τραγουδιού, φωτογραφία σε αφίσες και εκθέσεις ή απλά στάλες δακρύων που θα πέσουν κάποια στιγμή στην -βρώμικη από την άμμο- πετσέτα που τρίβει τις πατούσες σου τέτοιες ώρες. Τις ώρες που σε πιάνουν οι γλυκές μαυρίλες, λίγο πριν φύγεις, έχοντας τις πιο πρόσφατες όμορφες κι άσχημες σκέψεις των ανθρώπων που ποτέ δεν ήταν δικοί σου.
Και γράφοντας βαριές λέξεις, τρίβεσαι σ’ένα κουρέλι και γίνεσαι σαν αυτό. Δεν ξέρω γιατί η επιθυμία χορεύει στο στομάχι το καλοκαίρι. Το μόνο που σκέφτομαι είναι ότι ίσως επίτηδες βασανίζουμε εαυτούς κι υπολοίπους με τους κόσμους μας. Πόσα δε θα μάθεις για μένα, έχεις ιδέα; Όταν τελειώσει αυτό και κλείσει η πόρτα, δε θα μπορώ να σου περιγράψω. Κι ίσως χαμογελάσεις, ίσως γουρλώσεις τα μάτια, ίσως αδιαφορείς από τις πρώτες 2 γραμμές. Χέστηκα. Τώρα χαμογελάω. Κι είμαι απ’αυτούς που μιλάνε και πολύ.
Ο Δημήτρης μου ‘λεγε, θυμάμαι, να τα κλέινω όλα και να πέφτω για ύπνο με όμορφες σκέψεις. Και όντως έφτιαχνα όμορφες σκέψεις. Πολλές, απλές, γεμάτες εκπλήξεις φυσικά, γιατί στη σκέψη σου κάνεις ό,τι μα ό,τι θέλεις.
Και κοιμόμουν, αργά ή γρήγορα κοιμόμουν.
Ύστερα η σκέψη γίνεται βιβλίο. Εσύ ήρωας. Περιμένεις τη συνάντηση με την έκπληξη. Και την πιο μικρή βλακεία που θα δεις, “έκπληξη” τη λες.
Και μια μέρα, μια νύχτα, το σχοινί που τραβάς είναι μια κλωστή. Η έκπληξη μοιάζει με άδειο σπιρτόκουτο.. κι εσύ έχεις χαρμανιάσει και πρέπει να ανάψεις τσιγάρο.
Και να κοιμηθείς.
Τώρα.
αλατοπίπερο
Πιπέρι
Δώσε μου ένα λόγο για τον οποίο αφήνεις τον εαυτό σου να βασανίζεται. Μήπως είναι η συνήθεια; Μήπως σου λείπει; Τόση αρρώστια έχεις πια μέσα σου που σου λείπει, έτσι δεν είναι; Γουστάρεις να γυρνάς σπίτι σου ευτυχισμένη κ να κλαις χωρίς λόγο. “Χωρίς λόγο” δεν το λένε οι φίλοι σου; Χωρίς λόγο λοιπόν, κλαις κ είσαι η μέγιστη drama queen. Και λες έτσι νιώθω, νιώθω πράγματα. Κι ένας κάποτε σου είπε ότι είναι καλό ό,τι νιώθεις κι εσύ το πήρες πάνω σου. Κι ίσως γι’αυτό γουστάρεις.
Αλάτι
Κι όταν όλα είναι ξεκάθαρα και κανονισμένα, τα βλέπεις μπερδεμένα. Γιατί δε το βουλώνεις; Γιατί δεν ουρλιάζεις; Είσαι κάτι ώρες μέσα στο κεφάλι μου κ κάνεις ό,τι θες εκεί μέσα. Γιατί σ’αφήνω; Σου λείπει, έτσι; Σου λείπει. Σου λείπει να σε κάνουν ό,τι θέλουν, όπως όταν ήσουν μικρή. Βολεμένη η κατάσταση να σε διαλέγουν τελικά. Σε διαλέγουν, μένεις κ τελείωσε. Τώρα αλλάξανε τα πράγματα και δεν ξέρεις τί να κάνεις. Δε θέλω να στο χαλάσω ψωνάρα μου, μη νομίζεις ότι ήρθε η φορά που θα διαλέξεις εσύ κ χαίρεσαι. Πάλι σε επέλεξαν, πάλι σε διώχνουν, κ μάλλον έτσι θα πηγαίνει η δουλειά.
Μικρό μου πιόνι, μικρό μου πιόνι, ήρθε η άνοιξη ξανά..
Πόλεμος
Filed under My Thoughts | Comment (0)άμμος
Η μαμά μού ‘χε πει να ‘μαι πρωταγωνίστρια στη ζωή μου.
Μαμά τώρα πώς φεύγω απ’την ταινία; Βγάλε με.
Πνίγομαι κ καμιά φορά φοβάμαι να τολμήσω, φοβάμαι να μιλήσω. Φοβάμαι πως το ρήμα αυτό μια ζωή θα με κυνηγάει. Και ξέρω πως τα βήματά μου γίνονται μεγάλα. Μαμά τρομάζω. Μοιάζω τρελό κορίτσι, μοιάζω σε σένα.
Σήμερα γέμισα άμμο. Τα μαλλιά μου, η πλάτη, τα χέρια. Και τα πόδια μου βρεγμένα, έστριβα τσιγάρα κ κολλούσε ο καπνός στις γάμπες κ πάνω τους το φως απ΄τη φωτιά ήταν φωτογραφία.
Σ’ευχαριστώ
Και θα τελείωνε εδώ μαμά, αλλά όταν μ’αγγίζουν, τα χάδια τους δεν τα ξέρω. Δεν ξέρω τί λένε. Δεν ξέρω τί σκέφτονται. Και με τις ξένες λέξεις λέω “cool”, μαμά. Και θέλω κι άλλο. Κι άλλο χάδι. Αλλά δε το λέω. Δεν τολμάω, μαμά.
Δεν τολμάω.
Στη φαντασία μου
φούσκες
φαντάσματα
“μόχα, ο τρελός. ο τελειωμένος”
Filed under My Thoughts | Comments (2)και ρώτησε
Μείναμε στο λόφο να με κοιτάει που κ που με αυτά που του έλεγα, κάποια λεπτά. Ή ώρες.
Δεν ήθελα να σε τρομάξω, ούτε να μου πεις ότι με θαυμάζεις. Αγκαλιά ήθελα. Όχι από σένα. Από σένα κ από όλους. Κύριως.. ..ξέρεις.
Τώρα, δηλαδή, το ξέρεις.
Θα ορκιζόμουν ότι κλείνοντας τα μάτια, βλέπω το παλιό μου δωμάτιο γραμμένο απ’το ύψος του ταβανιού ως το πλακάκι με ένα τεράστιο “Θέλω να φύγω”. Αν το πω κ τώρα, πού να πάω; Και πώς εξαφανίζεται κάποιος; Και γιατί;
κ ρώτησε: “Όταν πέφτεις.. γιατί πέφτεις;”
θα περάσει με ταμπλέτες ή φιδάκι, αντιηλιακό κατά τις 7, συμάζεμα στο σπίτι, τηλέφωνα κ χιούμορ της κακιάς ώρας λίγο πριν κ λίγο μετά τη δουλειά.
θέλω να δω τη θάλασσα.
να αγγίξω την άμμο
περσινό ασπρόμαυρο φιλμ
[7/9/09]
Ασπρόμαυρο φιλμ.
Τηλέφωνα, γέλια, χορός κ μετά σιωπή. Κάνεις ένα βήμα πίσω. Κάτι χάνεις.
«Ντάξει μωρέ καλά περνάμε», σου λέει ο φίλος που δε μπορεί να συμφιλιωθεί με το νέο του εαυτό.
«Βγάλε με κ μία έτσι», σου λέει ο φίλος που θέλει μέσα από μία φωτογραφία να γεμίσει το άδειο κρεβάτι του αγκαλιές, φιλιά κ έρωτα.
Βλέματα απεγνωσμένα, γεμάτα δίψα για κάτι που δεν έχουν ζήσει. Πολλές φορές είμαι «η φίλη τους από το ίντερνετ». Κάνεις ξανά ένα βήμα πίσω. Κάτι χάνεις. Κάπου δεν ήσουν.
Σε πολλά δεν ήσουν.
Κάπου κάπου νιώθω περίεργα. Δεν κοιμάμαι, δε μπορώ. Θέλω παρέα.
Το αστείο είναι ότι πίστευα κάποτε πως μου κάνει κάποιος παρέα με το τηλέφωνο αγκαλιά. Το τηλέφωνο στο σχολείο, το τηλέφωνο στο φροντιστήριο, το τηλέφωνο στην πετσέτα θαλάσσης τυλιγμένο, κάτω απ’το μαξιλάρι, στο μπάνιο όταν κάνεις ντουζ, δίπλα στο πιάτο το μεσημέρι καθώς μασουλάς, τηλέφωνο κ σεξ, τηλέφωνο κ περπάτημα, τηλέφωνο στα πάρτυ, στη δουλειά, τηλέφωνο στις 5 το πρωί. Κάποιος, κάπου, κάποτε έστειλε ένα μήνυμα. Κι άλλο κι άλλο κι άλλο. Ενθουσιασμός, «έρωτας». ΤΩΡΑ: Ποιος το γαμάει το τηλέφωνο;
Κι όμως, τότε η «παρέα» ήταν στ’αλήθεια ..παρέα. Τότε το χαμόγελο δεν έφευγε.
Αθωότητα; Παιχνίδι; Παιχνίδι.
Παιχνίδι.
Τίποτα παραπάνω.
Ψευδαίσθηση; Ίσως.
Μου λείπει το παραμυθάκι, πολύ.
περσινά γλυκά σταφύλια
[20/7/09]
Το ανώνυμο, το παράνομο κ γενικά ότι είναι κρυφό, έχει πιο γλυκιά γεύση.
Στη ζωή πάντα έχουμε όρους, όρια, φρένα, φράχτες, στόχους. Λέξεις σκούρου χρώματος, δε νομίζετε; Γκρι, μαύρες γραμμές που δε σ’αφήνουν να ζωγραφίσεις πέρα από ένα σημείο. Λέξεις που κρύβουν μια υπευθυνότητα μέσα τους.
Αρκεί μία ώρα, ένας χρόνος, μια δεκαετία ή και μία στιγμή για να αλλάξεις το φόντο;
Υπαρξιακά προβλήματα; Όχι.
Η Νεφέλη μεγάλωσε έτσι. Και η γεύση κι απ’το πιο απλό μικρό έξω-απ’τους-κανόνες πράγμα, θα έκανε το στομάχι της να φτερουγίσει. Αυτή την αίσθηση που ένιωθε συνήθως όταν ήταν μικρή, στις «κούνιες» του χωριού της. Πάνω στην κούνια, στο πιο ψηλό σημείο που μπορούσε να φτάσει, ο χρόνος σταματούσε λίγα κλάσματα αργότερα, στο συναίσθημα του «πέφτω» στο χώμα. Κι ύστερα ξανά ..στην αίσθηση του «πετάω».
Χρόνια μετά πήγε σε λούνα παρκ, κάπου κάπου το ‘νιωθε κι εκεί.
Σειρά είχε το σεξ. Άδειο, χωρίς ταξίδι την πρώτη φορά. Χωρίς την αγωνία. Χωρίς τις ματιές, χωρίς πάθος, χωρίς λόγο.
Μήνες, χρόνια, μέρες μετά.. Ώρες ώρες την βλέπω να σκέφτεται ένα βλέμμα για μέρες. Να κάνει τον πιο ωραίο της έρωτα. Να χάνεται στη θάλασσα. Να σκέφτεται, να τραγουδάει στίχους που γράφουν άλλοι.
Συγκίνηση.
Το να σου προκαλούν συναισθήματα τα πιο απλά πράγματα στον κόσμο είναι ευλογία.
Το να σε ερεθίζουν εσκεμμένα οι άνθρωποι, δείχνει αργότερα τους σκοπούς τους.
Είναι σχεδόν γελοίο και τουλάχιστον αστείο να νιώθεις αγωνία για κάτι που ξέρεις από την αρχή που οδηγεί.
Της αρέσει να παίζει. Παίζει με τις γραμμές. Στρογγυλά τα γράμματα, προσοχή στη στίξη, προσοχή στο πώς θα εκφράσει τί. Μέχρι να κοκκινήσει, να νιώσει ντροπή. Αυτή τη ντροπή που.. νιώθεις τον άλλο να σε πλησιάζει επικίνδυνα. Να σε μαθαίνει.
Μου το ‘πε της προάλλες. Τα όνειρα και τα σενάριά της την ταξιδεύουν. Μέσα απ’το ταξίδι, τον βρήκε. Δεν ακολούθησε τα βήματά του, δεν έχει μάθει να τολμά στα δύσκολα.
Που να ήταν..
..τρένο;
Καθόταν δυο θέσεις πιο κάτω. Με κατεύθυνση το βορρά κ ανακατεμένη μουσική στ’αυτιά. Τα δικά της μαλλιά, βαμμένα πορτοκαλί, στον ήλιο γίνονταν δεύτερη πηγή φωτός. Φλοράλ φόρεμα κ από πάνω αθηναική φρι πρες εφημερίδα στα χέρια.
Η Νεφέλη μιλάει και μόνη της. Δυνατά κιόλας. Και γελάει
Filed under My Thoughts | Comment (1)γελάς πιο δυνατά
κοριτσάκι μου συγγνώμη που σε στεναχωρώ, αλλά πού να τα πω κι εγώ..
είπε κι η φωνή της έσκισε την καρδιά τής μικρής Νεφέλης που κρατούσε την μαραμένη γαρδένια στη μύτη της
Τί λες.. τί λες.. σ’αγαπάω, το ξέρεις. Να μου λες ό,τι θες, εμένα έχεις
σοβαρή σταθερή φωνή
κ μετά.. κ μετά;
γελάς πιο δυνατά
τρύπες
εγώ πήγαινα στη δουλειά μου
βουίζουν τ’αυτιά μου;
περπατήσαμε εκεί. απέναντι
ήταν
ω θεέ μου μεθυσμένη γράφω τραγούδια κ συνθήματα μιας επανάστασης που δε θα γίνει ποτέ.
κ πάλι με γλυκιά τη φωνή μου σού το λέω. χαμογελώ. όπως μου το ‘μαθες. συνηρημένο, χωρίς το φωνήεν
Το κορίτσι που ποτέ δεν κοιμάται
Μικρό κορίτσι, μεγάλο κορίτσι. Χαζό κορίτσι, ώριμο κορίτσι. Ξενέρωτο κορίτσι, κορίτσι καύλα. Το κορίτσι που ποτέ δεν κοιμάται μα πάντα σκέφτεται. Το ψάρι, η πριγκήπισσα, η μαγκιόρα, η ντροπαλή, η καφρούλα.
Το κορίτσι που φοβάται, το κορίτσι που τολμάει. Το κορίτσι χαζεύει στο δρόμο, το κορίτσι ονειρεύεται. Το κορίτσι δουλεύει για να μη σκέφτεται. Το κορίτσι γελάει, τραγουδάει, κάνει μπάνιο, αγοράζει ρούχα. Ντύνεται όμορφα όταν ερωτεύεται. Το κορίτσι μεθάει, το κορίτσι σε κοιτάει. Το κορίτσι μιλάει.
Το κορίτσι κλαίει. Το κορίτσι, μικρό κορίτσι, μεγάλο κορίτσι, δεν κοιμάται ποτέ.