επειδή

March 8th, 2010

east-hastings1

ΕΠΕΙΔΗ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ…
ΕΠΕΙΔΗ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ…
ΕΠΕΙΔΗ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΝΙΩΘΕΙΣ…
ΕΠΕΙΔΗ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΨΑΧΝΕΙΣ…
ΕΠΕΙΔΗ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΘΕΣ…
ΕΠΕΙΔΗ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΝΟΜΙΖΕΙΣ;;

Σκεψεις μιας τελείας

February 21st, 2010

u-1-13
HΤΑΝΕ ΚΑΠΟΙΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ 365 ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΠΟΥ ΠΕΡΝΑ
ΜΕΣΑ ΣΕ ΜΙΑ ΠΟΡΕΙΑ ΑΠΟ ΠΟΛΛΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΑ, ΔΥΣΑΡΕΣΤΑ
ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΣΚΕΨΗ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ
ΚΑΠΩΣ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΣΕ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ

ΕΡΧΕΤΑΙ Η ΤΑΡΑΧΗ, ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΣΙΓΟΥΡΑ ΕΙΧΑ ΚΑΙΡΟ ΝΑ ΝΙΩΣΩ
ΝΑ ΡΕΩ ΙΣΩΣ ΣΑΝ ΝΕΡΟ ΑΠΟ ΜΕΣΑ ΜΟΥ - ΧΑΧΑΧΑ ΣΑΝ ΜΙΚΡΟ ΠΑΙΔΙ
ΔΙΑΣΧΙΖΩ ΔΡΟΜΟΥΣ ΤΡΕΧΟΝΤΑΣ, ΜΕ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΟΜΩΣ

ΟΤΑΝ ΕΙΔΑ, ΗΤΑΝΕ ΚΑΤΙ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΤΗΝ ΣΤΙΓΜΗ ΕΚΕΙΝΗ
ΠΑΓΩΝΕ Ο ΧΡΟΝΟΣ
ΣΑΝ ΤΑΙΝΙΑ ΤΟΥ GUS VANT SANT NA ΠΑΙΖΕΙ ΜΠΡΟΣΤΑ ΜΟΥ
ΚΑΙ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΣΑΝ ΤΙΣ ZAZIEE ΝΑ ΠΑΘΑΙΝΕΙΣ ΠΛΑΚΑ

ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΙΣΩΣ ΑΡΧΙΣΕΙΣ ΝΑ ΤΡΕΜΕΙΣ, ΙΣΩΣ ΠΑΛΑΒΩΝΕΙΣ ΑΠΟ ΧΑΡΑ
ΟΠΩΣ ΠΟΤΕ, ΑΛΛΑ ΕΔΩ ΕΙΝΑΙ ΠΟΥ ΛΕΣ ΘΑ ΖΗΣΩ ΤΙΣ ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ
ΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

ΑΛΛΑ ΑΥΤΗ ΤΗ ΦΟΡΑ ΔΕΝ ΤΗΣ ΧΡΩΣΤΑΣ
ΑΠΛΑ ΤΟ ΑΞΙΖΕΙΣ, ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΕΣΥ ΕΚΕΙ ΕΞΩ ΞΕΡΩ ΥΠΑΡΧΕΙΣ
ΚΑΙ ΣΟΥ ΛΕΩ ΕΤΣΙ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ ΝΑ ΖΩ

ερώτηση

February 19th, 2010

Αναρωτιέμαι πού και πού
το λόγο ψάχνω, που δε μπορώ να σε μισήσω
Που όταν τυχαίνει, χαράζεις πάνω μου το όνομά σου
και φεύγεις το ξημέρωμα, όπως πάντα έφευγες, όπως πάντα ήσουν: άδειος.
Μισός. Θολός καπνός στα μαγαζιά που υποδύεσαι το αγόρι των ονείρων,
Γερμένος προς τα δεξιά, σκύβοντας προς τα κάτω το κεφάλι,
δεν τις κοιτάς. Γυναίκες ανασφάλειες για να γεμίσεις το εγώ σου
λίγη ακόμα μαρμελάδα φράουλα και ψίχουλα στο στρώμα.
Φωνάζει η μάνα, σε μαλώνει. Η μόνη που ακούς, η μόνη που σέβεσαι στ’αλήθεια.
Αλήθεια, ήσουν ποτέ αυτό που λέει ο λαός; Ο εαυτός σου;
Πού είναι αυτός;
Αναρωτιέμαι πού και πού

τί σημασία έχει

October 21st, 2009

Έχει σημασία. Πάντα είχε κ πάντα θα έχει.
Όταν βλέπεις ότι ο άλλος πιάνεται, γατζώνεται από σένα, πες του να φύγει.

Παρακολουθώ τους ανθρώπους με μεγάλο ενδιαφέρον, διαβάζω τα μάτια και τα κείμενά τους. Καταλαβαίνω απ’τις εκφράσεις του προσώπου τους την επόμενη κουβέντα τους. Και δε μιλάω, να δω πόσο έξω πέφτω.

Αυτό που δε μπορώ να καταλάβω είναι γιατί μερικοί άνθρωποι βασανίζονται και βασανίζουν κι άλλους. Βολεύεσαι στο σπίτι σου και ξέρεις ότι ο άλλος θα ρθει απ’το χέρι να σε πάει βόλτα. Ξέρεις ότι θα είναι εκεί. Γιατί εκτός απ΄την αγάπη που σου έχει, σε θαυμάζει και μέσα του ίσως και να σε ζηλεύει.
Και θα είναι εκεί μέχρι το τέλος, μέχρι να εξαντλήσει ό,τι μπορεί “κακομοίρικα” να πάρει από εσένα.
Και το βλέπεις, το νιώθεις, στο λένε.. και το απολαμβάνεις (!;)
Λυπάμαι για τα μάτια σου, για τα λόγια σου, για τα όνειρά σου. Αυτά που έκανες εσύ, αυτά που σου πουλήσανε κι αγόρασες πριν χρόνια, κι αυτά που τώρα πουλάς εσύ.

Χαμένος είναι αυτός που δεν μπόρεσε να αγαπήσει ποτέ τον άνθρωπο που είχε δίπλα του για χρόνια.
Μη μιλάς για “ιδανικά” στον καθρέφτη, θα σπάσει. Και ξέρεις ποιος θα κοπεί.

μου ‘φαγες τον ύπνο

:)

October 13th, 2009

Είμαι αυτό που θα ‘λεγε ο πατέρας μου ξεφτίλα:
Η μπύρα ρέει άφθονη μέσα μου..
κι έξω μου..
Στάζουν οι σταγόνες, κάθε φορά που γελάω με κάτι που διαβάζω μπροστά απ’τον υπολογιστή μου, και κατευθύνονται προς τα κάτω, έχοντας μία ύπουλη πορεία που δεν μπορώ να περιγράψω. Αυτό που θα ονόμαζα εγώ τέχνη.
Μυρίζει νύχτα και δε μπορώ να πω πολλά γι’αυτό. Σου είπα, αν ήμουν τυφλή, θα ξεχώριζα κάπως έτσι το φως απ΄το σκοτάδι.
Το κεφάλι μου γέρνει στο ρετρό πλακάκι και ταξιδεύω μέχρι εκεί που μπορείς να με πας.

Και στρίβω τα τσιγάρα

και μέχρι να τα στρίψω έχουν εξαφανιστεί:)

Ιστορίες..

στα φώτα

September 27th, 2009

Πόσες μέρες πέρασαν κι όλες κρατιόμουν..
Μου είναι πολύ εύκολο να βάλω τα κλάματα κ να μη ντραπώ να το αφήσω να φύγει.
Αλλά οι άνθρωποι γύρω μου κρύβουν τα συναισθήματά τους. Όχι, όχι από εγωισμό.
Είναι σαν εμένα στο ξένο κρεβάτι.
“Να μην ενοχλήσω..”
Όχι δε με ενοχλείς αν δακρύσεις, αν ουρλιάξεις, αν σε δω να διπλώνεσαι από πόνο.

Θυμάμαι τον τρόμο μου, ώρες ώρες. Όταν έκανα επίσκεψη σε εκείνο τον άσπρο κόσμο.
(Πίστεψέ με, το άσπρο χρώμα είναι πιο σκούρο απ’το μαύρο. Το μαύρο είναι πιο ζεστό. Μην ξεχνάς ότι απορροφά περισσότερες ακτίνες)
Κι εκεί ήμουν μόνη και μπορούσα να φύγω για δευτερόλεπτα, λεπτά, μακριά. Ξέρεις, πήγαινα όπου ήθελα.
Δεν έχω εισιτήριο για εκείνον τον κόσμο. Ακόμα κι αν έβρισκα δηλαδή κάποιο στο δρόμο, θα το ‘σκιζα.
Κι έπειτα πού να πας;

Μου τη σπάνε τα σίγουρα πράγματα στη ζωή. Λατρεύω τις εκπλήξεις. Όμως βρίσκω απ’τα πιο όμορφα πράγματα στη ζωή την εικόνα του σώματος πάνω σε ένα άλλο, δίχως σπρώξιμο, δίχως πρέπει, δίχως όχι, δίχως ναι. Όταν όμως δεν ξέρεις αν πρέπει να γείρεις.., γιατί ο άλλος μπορεί να μη το έχει ανάγκη, τότε απλά δεν το κάνεις. Και τελειώνει κ το τραγούδι κ η ιστορία κ η στιγμή κ πεθαίνουν όλα κ το γυρνάς στο αμερικάνικο υφάκι κ κάνεις κ τον κινέζο κ την πάπια. Κ λες: Αυτά έχει η ζωή.

Κι εκεί στα φώτα όταν πήγαινα, ποτέ δεν ήταν ίδιες οι μέρες

ήθελα άλλη μία

πόλεμος ονείρων

July 23rd, 2009

Εδώ είμαι πάλι, στο λευκό φόντο, να περιγράφω μια από τις πιο μεγάλες στιγμές της ζωής μου. Οι στιγμές οι δικές μου, οι αγαπημένες, είναι εκείνες που καταφέρνεις να ξεφεύγεις απ’το φόβο που το ίδιο σου το μυαλό δημιουργεί.
Όσα έχεις ζήσει σε κυνηγάνε. Τις πιο ακατάλληλες ώρες.

Τις τελευταίες νύχτες, με βρίσκω να ξυπνάω τρομαγμένη, από εφιάλτες που ποτέ δεν πίστευα ότι ο ανθρώπινος νους μπορεί να φτιάξει απλά για τον ύπνο. Πιο πολύ μοιάζουν με θρίλερ..
Απόψε, λίγο πριν κοιμηθώ, έχοντας για παρέα στο δωμάτιο τον αγαπημέλο μου σκύλο, μου ‘ρθε σαν εικόνα από το πουθενά κ μέσα σε πέντε δευτερόλεπτα φτιάχτηκε η εξής ιστορία:

Εγώ, όπως είμαι στο κρεβάτι, τεμαχισμένη, μέσα στα αίματα. Οι γονείς μου στην πόρτα κ ο σκύλος μου με αίμα στη μουσούδα. «Όχι», φώναζα μέσα μου, «δε το έκανε αυτός», ενώ ξέρω πως είμαι νεκρή κ δε θα μάθουν ποτέ ποια είναι η αλήθεια. Κ μπορεί να τον σκοτώσουν τώρα που νομίζουν πως με σκότωσε. Άλλοι το έκαναν, μας παγίδευσαν. «Όχι», φωνάζω, «δε το έκανε αυτός», ενώ καταλαβαίνω ότι ήταν απλά μια εικόνα που ήρθε στο μυαλό.
Μετά από αυτά τα δευτερόλεπτα, προσπάθησα να σκεφτώ μια ασφαλή λύση για το δωμάτιο μου. Τί θα μπορούσε να με κάνει να νιώσω ασφαλής εδώ μέσα, μιας που – μην κοροιδευόμαστε – φοβάμαι πολύ.
Πιέζοντας τον εαυτό μου, το μόνο που σκέφτηκα να «κρατάει» την πόρτα για να μην μπει μέσα το «κακό», ήταν η εικόνα της μάνας μου.. κρεμασμένη. Κλάματα. Σοκάρομαι κ αρχίζω να τρέμω. «Δεν είμαι καλά».
Κάπου εκεί χάνω επαφή. Το μόνο που βλέπω σαν επόμενη εικόνα κ επιστροφή στην πραγματικότητα, είναι το αγαπήμενο αγχολυτικό μου: ένα τσιγάρο τώρα.

Σα 16χρονο που το σκάει να βρει τ’αγόρι του, αφού βρήκα σ’ένα συρτάρι μια τεράστια φόρμα του αδερφού μου κ έκρυψα στις τσέπες καπνούς, φιλτράκια κτλ, έφυγα σα τη γάτα για το πιο πάνω μπαλκόνι. Ο σκύλος μαζί μου.
Η όλη φωτογραφία θυμίζει ζωγραφιά, συνοδευόμενη από ένα ελαφρύ αεράκι, ο,τι πρέπει για την αγκαλιά που χρειαζόμουν. Φτάνω κ κάθομαι στην καρέκλα που κάθεται συνήθως η γιαγιά μου, έξω ακριβώς από την πόρτα της.

«Δεν είμαι καλά κ ήρθα να κάνω ένα τσιγάρο. Τα υπόλοιπα αύριο». Μίλησα μέσα μου, απαντώντας στην ανύπαρκτη ερώτηση της πιθανής εφόδου απ’τους παππούδες. Στρίβω.
Κάνω πολλή ώρα να στρίψω κ αυτό δε βοηθάει το μυαλό μου. Το ετοίμασα κ σηκώθηκα να χαζέψω. Το μπαλκόνι συνεχίζει σε ορθή γωνία, όπου το άλλο του μισό κοιτάει τη δύση κ τη γειτονιά. Η κληματαριά, εξαπλωμένη σε όλο το κάγκελο, η παλιά γειτονιά όπου μεγαλώσαμε κ πίσω μου ο κανένας που φοβάμαι. Γυρνάω ξανά, με τον αναπτήρα στο χέρι. Το αεράκι αγριεύει λίγο την ώρα που γεννιέται η φλόγα, αλλά είμαι αποφασισμένη.
Άλλα λίγα λεπτά από τη ζωή μου, τα χαρίζω για να είμαι καλά από μέσα. Πιο βαθιά απ’τα πνευμόνια, πιο
βαθιά από μένα.

Η εικόνα, αυτή τη φορά πραγματική. Μαγευτική. Ο απλωτός της γιαγιάς.. μανταλάκια χωρίς χρώμα, λόγω του σκούρου ακόμα ουρανού, το τοπίο του νησιού.. με τη θάλασσα να ‘ναι ήρεμη κ συνάμα ερεθισμένη απο το δροσερό αεράκι..
Θα ορκιζόμουν ότι αυτές τις στιγμές, μαζί με μένα, ανατρίχιαζε κάθε κύμα που έσκαγε στα χαλίκια. Μόνο αυτό ακουγόταν στα ψηλά.
Ο σκύλος μου, ένα πάτωμα πιο κάτω, με ψάχνει. Του σφυράω σιγανά, μα είναι βλακάκος κ χάνεται συνέχεια.

Μένω εκεί πάνω. «Κάποτε θα ‘φύγει’ η γιαγιά κ ο παππούς». Πάλι μαυρίλα στην ψυχή για λίγο.
..Κάπου στη μέση του, το πετάω. Ο φόβος μην μπει κανείς στο δωμάτιο κ λείπω, με κάνει να φοβάμαι περισσότερο κι από κοπάνα στο σχολείο. Δεν ξέρω γιατί.

Σέρνοντας τη φόρμα κι έχοντας πια χαλαρώσει λίγο, κατεβαίνω. Προσέχω τον ουρανό. Κλείνω με προσοχή τις σιδερένιες καγκελόπορτες των σκαλιών κ συναντώ το σκύλο μου, με την πιο ηλίθια φάτσα, να με περιμένει. Η θάλασσα με καλούσε να βουτήξω λίγο τα πόδια μου κ δεν αρνήθηκα.
Κατεβήκαμε μαζί. Αυτός, όντας τετράποδο, με ξεπερνάει πάντα κ χαίρεται σα να κέρδισε αγώνα δρόμου χιλιομέτρων. Μπροστά μου ανοίγεται εκείνη η ώρα που είναι πιο όμορφη απ΄την ανατολή. Το «λίγο πριν».

Νιώθω την άμμο δροσερή στις πατούσες μου, ένα απαλό, μαλακό στρώμα που με χαλάρωνε όμορφα, λες κ την περπατούσα πρώτη φορά.
Κατευθύνομαι προς τα θαλάσσια ποδήλατα του παππού, αραγμένα εκεί που η θάλασσα γλείφει την άμμο.
Ανεβήκαμε μαζί στο ένα κ εκεί σήκωσα τη φόρμα μέχρι τις γάμπες μου. Θα την έκανα την τρέλα, αλλά το αεράκι θα με πάγωνε μέχρι το κόκκαλο..
Αφού βούτηξα τα πόδια μου στα ρηχά νερά, έβαλα στο στόμα μου δυο φύλλα βασιλικού που έκλεψα από μια γλάστρα του παππού. Μετά ξεπλύθηκα με αλμυρό νερό. Πολύ αλμυρό φέτος.

Έμεινα μόνη να ακούω τις πατημασιές του σκύλου μου να απομακρύνονται παιχνιδιάρικα προς τα δεξιά μου, χάνοντας το βλέμμα μου στα τελευταία φώτα προς το λιμάνι. Εκατοντάδες αντανακλάσεις ζωγράφιζαν ίσιες γραμμές στην επιφάνεια του νερού κ κάπου κάπου γίνονταν καμπύλες για το σχεδόν ανύπαρκτο κύμα. Ο σκύλος μου ήταν ήδη μακριά.

Χαμόγελο. Το μόνο που ακούγεται είναι το ήρεμο νερό κ τα κουπιά του πρώτου ψαρά στην ξύλινη βαρκούλα. Πάει για το καΐκι. Κι άλλο χαμόγελο. Πιο ψηλά, μένουν οι «πρωταγωνιστές». Αυτοί που παίζουν κ τη νύχτα κ για λίγο την ημέρα, αυτοί τα βλέπουν όλα. Δυο άστρα λαμπέρα, ένα στην ανατολή κ ένα πιο κάτω προς το νότο, το ίδιο φωτεινό.

Χαμηλά στην ανατολή κ μέχρι να σηκώσεις το κεφάλι χωρίς να σε πονέσει, χρώματα μωβ, πορτοκαλί, κίτρινα, πράσινα, γαλάζια. Στο μικρό νησί ζει μόνο ο σταυρός των αγίων αποστόλων, τα βράχια του κοιμούνται αυτή την ώρα.

Κάπου εδώ ηρεμώ.

Κάπου εδώ σφυράω στο σκύλο μου κ μέχρι να κατεβώ απ΄το ποδήλατο, να χαμογελάσω κ να φτάσω στα σκαλιά, έχει διανύσει περίπου εκατό μέτρα κ με ‘χει φτάσει.

Κάποιες στιγμές δε μπορείς να τις περιγράψεις.

Κάποια λεπτά μοιάζουν με μέρες ολόκληρες. Αλήθεια.

Αυτή ήταν η νύχτα μου.
Γεμάτη τρόμο, φόβο κ άγχος
Γεμάτη μοναξιά, συντροφιά, ομορφιά κ αγάπη.
Μέτρα ποια είναι περισσότερα κ πες μου τί όνειρο θα δω. =)

Από το πιο όμορφο «στεριανό» νησί - μόνο γι’απόψε..
Καλημέρα

καμιά φορά

June 21st, 2009

Κι αν είναι οι μπύρες που μου καταστρέφουν το συκώτι..
Κι αν είναι το τσιγάρο που καίγεται και πνίγει τη φωνή μου..
Κι αν είναι ο έρωτας που συνεχώς έρχεται και φεύγει..
Εγώ γιατί είμαι πιο καλά από ποτέ;
Κι η μουσική που φτάνει από τον ηλεκτρονικό ήχο στην αλτέρνατιβ κιθάρα κι από κει ως τα ελαφρολαϊκά και τα “καλά παλιά” της μαμάς, και αυτή, όπως και όλα γύρω τους, τα αγαπώ.
Γύρω τους μοιάζουν όλα πολύχρωμα. Καμια φορά, ναι, μοιάζουν εφήμερα. ..Αλλά πολύχρωμα.
Κι όταν κοιμάμαι τους ονειρεύομαι. Καμια φορά, ναι, μου κάνουνε κι εκεί παρέα.
Σε ένα παλιό μου γράμμα, μιλάω για τον έρωτα στη φιλία. Πως μπλέκονται οι άνθρωποι, οι “τρίτοι” στις παρέες. Και η παρέα τώρα, αν ήταν έρωτας, τότε εμείς κάνουμε την πιο καλή “παρτούζα”. Χαμόγελο.
Η αγάπη μου για τους ανθρώπους -λες και το άκουσε ο θεός και μου τους έστειλε- μεγαλώνει. Και όλο χαίρομαι. Κι όλο μιλάω. Και μπορεί να λέω και βλακείες. Κι έρχεται συνέχεια αυτή η στιγμή που, ενώ δε θέλω να τους τρομάξω, θέλω να φωνάξω πως τους αγαπάω.
Και η ζωή μου πολλές φορές φοβάμαι πως νωρίς θα τελειώσει. Γι’αυτό κι αντέχω τόσο να μιλάω. Καμιά φορά επίτηδες το κάνω. Θέλω να μείνω εδώ, να ξεχαστώ. Με βαρεμάρα και όρεξη. Με ηλίθιο φόβο και έμπνευση. Με την παρέα μου αυτή. Εδώ όλοι έχουν κάτι να μου δώσουν, χωρίς να το ζητήσω.
Με ξέρεις πια, συνήθως γράφω όταν πονάω. Μα αυτή η χαρά γεμίζει δάκρυα το ό,τι είμαι. Και δεν τελειώνει πουθενά - όσο “υπάρχω”, τόσο γεμίζω.

Και έτσι για τέλος, ένα ακόμα θέλω να σας πω:
Ευχαριστώ. Ευχαριστώ. Ευχαριστώ.
+ τραγουδάκι

ο έρωτας περνάει.. απ’το πιάτο μου

May 5th, 2009

Ναι, κυρίες και κύριοι, μαγείρεψα.
Και σκέφτηκα κάτι που ήθελα να κάνω καιρό. Τώρα που έχω τον 50άρη φακό στη μηχανή, πόσο ωραία θα έδειχνε η ντομάτα κομμένη με τις σταγονίτσες της επάνω. Είπα λοιπόν, μαγειρεύοντας, να βασανίσω το στομάχι σας.

Το αγαπημένο μου φαγητό γενικά είναι τα ζυμαρικά.
Μια μέρα, λοιπόν, ανακάλυψα στο πίσω μέρος των Barilla μου μία συνταγή με φρέσκια ντομάτα, ρίγανη και τυρί. Εγώ για τυρί αγαπημένο στα μακαρόνια έχω τη φέτα.
Είμαι πολύ των αλμυρών και καυτερών φαγητών.
Έτσι είπα να ξαναζωντανέψω στη μνήμη μου τη γεύση αυτή.

barilla no7
Από τα αγαπημένα μου νούμερα σπαγγέτι είναι το 6 κ το 7. Αυτή τη φορά είχα ένα ανοιχτό 7, το οποίο κ χρησιμοποίησα.

Ξεκίνησα να τα βράζω (παραλίγο κ να τα ξεχάσω) κ τα άφησα μισοβρασμένα- αλ-ντέντε! :P
Δε μου αρέσουν τα παραβρασμένα μακαρόνια κ ας μεγαλώσα με δαύτα. Βλέπεις η μάνα δε το χει με τη μαγειρική, η μαύρη..
makaronia vrazoun
Έκοψα τη ντοματούλα..
ntomatoula kommenh
Και σκεφτόμουν τί άλλα υλικά είχα..
tyri k zamponladaki par8enopiperaki kokkino
Έτσι λοιπόν, σκέφτηκα ότι μπορώ να λιώσω κίτρινο τυρί από πάνω κ να είναι σα φούρνου..
Αλλά ακόμα ήθελα η φέτα να κυριαρχήσει στο πιάτο μου.. οπότε όσο έτριβα την ντοματούλα
ntomatoula freskia ston trifth + skordo
σκεφτόμουν ότι απλά θα κόψω κομμάτια τυριού κ ζαμπόν..
zampon
Έβαλα κ τη σάλτσα με το πιπεράκι να βράσουν..
saltsoula pou vrazei
κ είπα να τα βάλω σε πύλινο σε στρώσεις.. μακαρόνια - τυράκια & ζαμπόν - μακαρόνια
makaronakia sto pylino me tyri k zampon
και μετά.. αφού ετοιμάστηκε κ η σαλτσούλα, είπα να βάλω τριμμένο τυρί και φυσικά ΦΕΤΑ!
etoima + me fetakontino etoima!
..ιδού ο έρωτας στο πιάτο μου, στο πιρούνι μου.. αχ!
o erwtas sto piato mou

Περαστικά σας :* :Ρ

εικονες

April 26th, 2009

Εικόνες ξεχασμένες στο συρτάρι σου
Φτιαγμένες από φως κι από αγάπη
Θνητές εικόνες, χαρτί τους έδωσε ο Θεός για σώμα
Αυτές και άλλες τόσες στο παλάτι σου
Χρώματα φτύνουνε στον ψεύτικο ουρανό σου

Πίσω τους στέκονται τα λαίμαργα σκυλιά
Και κάθε τόσο ο φόβος πλησιάζει.

Κατέβασέ το,
αυτό κρύβει τα μάτια σου
Το σχήμα αυτό, τον κόσμο σου στοιχειώνει
Σε γδύνει, σε πετάει κάτω, σέρνεσαι
Στον ύπνο, στο λαιμό, σαν κόμπος δένεσαι
Τα λαίμαργα σκυλιά κάποιος σκοτώνει.

Η θλίψη σου μαύρη σκιά, η ευχαρίστησή σου τόση.

Τον πάγο σου άξαφνα βαρύ στο δέρμα αισθάνομαι
κι οι ξένοι, σου το λέω, γι’αυτό θα φύγαν.
Κομμάτια τα χαρτιά άσε να γίνονται

Άσε.. ακόμα κι η ζωή καμιά φορά βουλιάζει
Ξεκούραστες ας είναι οι δικές σου
Βαριές στο πρόσωπό μου ασ’τες να πέσουν
Κι ο θάνατός τους με γιορτή θα μοιάζει
τις σκέψεις σου αυτές να μη φοβάσαι.