βλέματα
Σεμνά και ταπεινά. Το παίζεις αθώος. Δε μιλάς σε κανέναν, αλλά τους παρατηρείς με τόση προσοχή και αφοσίωση λες και θα παραδώσεις project με θέμα τα βλέματα των ανθρώπων.
Η καλύτερη στιγμή είναι με διαφορά όταν είσαι στη σκάλα κι ανεβαίνεις, και δίπλα σου κατεβαίνουν οι άλλοι. Δεν αφήνεις πρόσωπο παραπονεμένο. Θες να τους προλάβεις όλους, να δεις τί εκφράσεις έχουν. Κάθε κλάσμα του δευτερολέπτου κι άλλο πρόσωπο. Κολλημένοι σα σαρδέλες και πάντα βιαστικοί σε κοιτάζουν κι εκείνοι. Και τότε είναι που χαμογελάς. Και ο ενθουσιασμός γίνεται νευρικό γέλιο. Και δε μπορείς να σταματήσεις! Κάνεις ότι τραγουδάς κάποιο τραγούδι και κοιτάς τα παπούτσια σου.
Κάθε πρόσωπο και μία ιστορία. Κάποιο συναίσθημα. Τί να σκέφτονται άραγε όλοι αυτοί οι άνθρωποι; Σίγουρα κάποιος θα κάνει αυτό που κάνεις κι εσύ και κάποια στιγμή θα συναντηθούν τα βλέματά σας και θα στραβολεμιάσετε, εκεί, στις σκάλες.
Τί πειράζει, όμως; Θα χαμογελάτε, κi αυτό είναι υπέρ-αρκετό για μία πόλη στην οποία ούτε ανάσα δεν μπορείς να πάρεις
Killers – Mr. Brightside
Lustral - Everytime
ΟΚ
ΟΚ. Τα ζωάκια με βρίζουν. Ναι, ναι, είναι πολύ νορμάλ και αναμενόμενο και προφανές αυτό που συμβαίνει.
Βάζω ν’ακούσω τα τραγούδια που ακούω τις τελευταίες φορές που ανέβαινα στην Αθήνα και κλέινοντας τα μάτια μου βλέπω τις στροφές που παίρνει το λεωφορείο. Τον ήλιο να δύει. Τη θάλασσα να απομακρύνεται από μένα. Ένα δάκρυ σκαλώνει στα γυαλιά μου. Κανένα παραπάνω. Δε μπορώ να ξεσπάσω. Νιώθω παγιδευμένη. Πνίγομαι. Όλα μέχρι τη στιγμή που κατεβαίνω από το λεωφορείο κι εκεί, πάνω στη Λ.Αθηνών, κοιτάζω προς το κέντρο. Μια κιτρινίλα στα κτίρια. Μια όμορφη θολή κιτρινίλα από το τελευταίο χαμόγελο του ήλιου κι από το γνωστό νέφος με καλωσορίζουν πίσω σπίτι. Το χαμόγελό μου τεράστιο. Πίσω στην τιγκαρισμένη πόλη, πίσω στους άγνωστους ανθρωπους που ποτέ δε θα με μάθουν, που ποτέ δε θα με πληγώσουν.
Και κάνω το λάθος ν’ανοιξω τα μάτια. Και πνίγομαι. Ποτέ πριν η θάλασσα δεν ήταν τόσο εχθρική και ξένη όταν την κοιτούσα. Ποτέ πριν δε μισούσα τον τόπο μου. Ποτέ πριν δεν μου έλειπε το χάος.
Ήξερα ότι μετά από μία ή περισσότερες ευτυχισμένες στιγμές ακολουθούν κλάματα. Πληρώνω καποιες μέρες μετρημένες στα δάχτυλα, λοιπόν. Πληρώνω τις ώρες που μου φάνηκαν μήνες και πέρασαν σαν μια ανάσα. Βασικά, δύο. Μία που μπαίνει στο σώμα και μία που βγαίνει. Σαν αρρώστια μου φαίνονται όλα αυτά. Το μυαλό μου πρέπει να ξεκολλήσει, αλλά δεν βρίσκω τρόπο. Είναι όλο αυτό για έρωτα, φιλία, εμπιστοσύνη; Ούτε που ξέρω γιατί. Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από το να σκέφτεσαι συνέχεια. Όλα τα υπόλοιπα, ξέρεις, γίνονται μηχανικά. Ρουφάς τον καφέ, ρουφάς το τσιγάρο. Γενικά, ρουφάς και καταπίνεις αρρώστια. Κάθε γαμημένη μέρα το ίδιο. Άντε να κάνεις καμιά εξαίρεση και να κάτσεις σπίτι, να μη δεις μούρες, τίποτα. Θα καταπιείς ταινίες, θα κλάψεις και τότε, έτσι, χωρίς λόγο.
Είναι κάτι φορές που κοιτώ ψηλά, όμως. Όπως παλιά. Και ενώ στραβώνομαι, γουστάρω. Νιώθω όμορφα, σα να με φωτογραφίζει ο άγνωστος φωτογράφος ενώ με βαράει ο ήλιος κατακούτελα. Κι έχει πλάκα. Δεν ξέρω σε ποιον χαμογελάω, αλλά κάτι γίνεται εκέινη τη στιγμή κι είμαι ευτυχισμένη.
Τελικά δεν πρέπει να άλλαξα πολύ. Ναι, αρκετά, αλλά όχι πολύ.
ο απολογισμός
Έφτασα σπίτι μου. Στην κουκλάρα βρώμικη Αθήνα. Η Μάρλμπορο θα μου χτίσει βίλα.
Όχι, πλέον δεν έχω την ευκολία και την θέληση να γράφω. Προφανώς, όμως, το χρειάζομαι.
Κάθε φορά που τα σπάω με κάποιον, ακούω περιγραφές του εαυτού μου που ποτέ δεν είχα φανταστεί ότι είμαι. Κάθε φορά που τα σπάω με κάποιον, χάνω ένα κομμάτι μου. Αυτό που είχα δώσει γεμάτη ενθουσιασμό. Κόψ’τε μου τη γλώσσα και τα χέρια, αν θέλετε να με σταματήσετε να ζω έτσι. Κόψ’τε μου το κεφάλι να μην σκέφτομαι. Να μην μιλάω, να μην εμπιστεύομαι, να μην πιστεύω.
Το λάθος που κάνω κάθε φορά είναι ότι το παίζω χαζή. Πάντα ξέρεις από την αρχή τί άνθρωπο έχεις απέναντι σου. Πάντα. Απλά θες να αποδείξεις στους άλλους που έχουν την ίδια αρχική άσχημη άποψη με σένα ότι αυτό το πλάσμα έχει και άλλη πλευρά. Δεν ξέρω γιατί το κάνω. Απλά συμβαίνει κάθε γαμημένη φορά. Και δίνω το άθλιο χιούμορ μου, τις αμέτρητες ώρες μου, τις αληθινές σκέψεις μου, την ειλικρίνειά μου, μόνο και μόνο για να αποδείξω κάτι που, είτε υπάρχει είτε όχι, την δική μου ζωή δεν θα την επηρεάσει ποτέ. Γιατί είναι έξω από μένα. Δεν είμαι εγώ.
Κολλάω, λοιπόν, ένα κομμάτι μου πάνω στο άτομο αυτό και τσεκάρω αν του πάει. Γιατί πάντα νομίζω ότι θα το πάρω πίσω; Πότε θα μάθω πια ότι ποτέ δεν παίρνουμε κάτι πίσω; Κανόνας Νο3: Μην εμπιστεύεσαι. Έκανα 3 μήνες να καταλάβω ότι πιάστηκα κορόιδο για ακόμη μία φορά και το έπαιζα ντίβα ότι και καλά κατάλαβα και τώρα γνωρίζω. Δεν πέρασε άλλος τόσος καιρός κι όμως η γη άνοιξε και με κατάπιε. Δεν θυμάμαι το σώμα μου τόσο καμπουριασμένο άλλη φορά. Δεν θυμάμαι να νιώθω τόσο ψηλή άλλη φορά. Λες και τα πόδια μου μού τα προσέθεσαν τώρα τελευταία με κάποια εγχείρηση και απλώς αργώ να τα συνηθίσω. Λες και στα κανονικά μου είμαι ένα με το χώμα.
Δεν είναι η στεναχώρια, ούτε το γεγονός ωμό. Είναι όλα μαζί. Είναι τα βλέματα, οι κινήσεις, οι ώρες που έζησα μαζί τους. Θα το πώ ακόμη μία φορά: Εαν κάνεις κάτι με κάποιον –οτιδήποτε είναι αυτό- επειδή δεν έχεις κάτι καλύτερο για εκείνη τη στιγμή, σκέψου ότι μπορεί για τον άλλο αυτή η στιγμή να είναι από τις πιο ευτυχισμένες. Γελάς; Τί έγινε, γουστάρεις; Κολακεύεσαι; Εγώ δεν είχα πρόβλημα ποτέ μου να πώ όσα νιώθω.
Μια στιγμή ένιωσα σημαντική. Όταν άκουσα “Κάτι πήραμε και από σένα”. Ήμουν περήφανη που έδωσα κάτι, που μάθατε κάτι από μένα. Αγάπησα τα πάντα γύρω μου τότε, αλήθεια. Χαίρομαι με πολύ απλά πράγματα. Τόσο συναίσθημα μέσα μου, που δεν ξέρει κανείς σας ότι υπάρχει. Εδώ, στο κέντρο. Γέλασα και δάκρυσα.
Είχα ακούσει κι είχα ακούσει. “Πρόσεχε. Πρόσεχε. ” Εγώ εκεί..
Και τώρα; Όπως μου έχει πει κάποιος λίγο καιρό πριν, έχω πάρει το καταθλιπτικό υφάκι του τύπου ‘μόνο εγώ έχω προβλήματα και όλοι μου κάνουν κακό’ και το μόνο μου όπλο είναι να πουλάω τρέλα και να ειρωνεύομαι μέχρι και τον εαυτό μου.
Συγχαρητήρια ανθρωπάκια, με γαμήσατε και πάλι. Μισώ τον εαυτό μου που σας δόθηκε. Μισώ τον εαυτό μου που είναι έτσι. Που σας αγάπησα, που δέθηκα. Και κυρίως που το ξέρετε.
Που άλλαξα, που γίνομαι σαν εσάς, σκατόψυχη. Γιατί πέρα από σκατά, δεν είδα να έχετε τίποτα άλλο κάτω απ’το πετσί σας. Μπορεί να εύχεστε τα χειρότερα για μένα, αλλά ξέρετε καλά ότι η πατσαβούρα, η καριόλα, η μαλακισμένη, το ξόανο έχει κάτι που εσείς δεν θα έχετε ποτέ.
Τελικά όντως είστε πολλοί ρε πούστη, δε σας προλαβαίνω.
ΥΓ (για τη Νεφέλη): Δε θα σώσεις εσύ τον κόσμο. Save the parrots, αδερφέ.
Filed under My Thoughts | Comment (1)hmmm
Περπατώντας προς το σπίτι συνάντησα το παλιό μου συνήθειο.. Πήδηξα να φτάσω ένα φύλλο από μια γλάστρα της θεια Φανής κι αφού δε το ‘φτασα, έδωσα στον εαυτό μου μια δεύτερη ευκαιρία. Πέντα βήματα πίσω, φόρα, και πήδο με ανοιχτό το στόμα, μήπως και δαγκώσω το φύλλο απο το θάμνο της. Σαν στοίχημα στον εαυτό μου.
Ένα μήνα τώρα, έχω αυτό το βήχα. Ο βήχας και ο έρωτας δεν κρύβονται. Μαζί με τον βήχα μου και τα σάλια που πετάω κάθε που βογγάω από τον πόνο στον πνεύμονα, φεύγει κι η καλοσύνη μου. Χάθηκε το Κατερινάκι. Κατερινάκι, Κατερινάκι.. Πουθενά όμως. Όλα άλλαξαν και τίποτα δε μένει ίδιο. Πρώτη φορά στη ζωή μου νιώθω τόσο δυνατή και τόσο μόνη. Δε με πειράζει, όμως. Να ‘ναι η μπύρα, να ‘ναι το τσιγάρο; Δε δίνω δεκάρα. Η μάνα μου τρελάθηκε. Με δύο ουίσκι είναι ευτυχισμένη. Εγώ όμως όσο και να πιώ είναι το ίδιο για μένα.
Ίσως να ήταν η χειρότερη Πρωτοχρονιά από ποτέ. Ήμουν στο μηδέν. Έδιωξα και έφερα κοντά μου κάτι που αγαπώ πολύ. Δεν ξέρω ποιο είναι το σωστό, δεν ξέρω τι θα έπρεπε να ζω για να είμαι ευτυχισμένη. Παντού υπάρχει η καλή και η κακή πλευρά των πραγμάτων, των ανθρώπων. Και όπως είπα, εγώ βγαίνω πάντα ο μαλάκας.
Ανέβηκα όλα τα σκαλιά με τα παπούτσια στο χέρι. Όχι, δεν είναι αστείο. Δεν έπρεπε να με ακούσει ο “εχθρός” να έρχομαι σπίτι, για να μην πει τίποτα, για να μην έχουμε φασαρίες. Για να μην αντιμιλήσω. Για να μην πώ την αλήθεια. Είχες δίκιο όταν μου έλεγες ότι είναι καραγκιοζάκος. Είχες δίκιο όταν μου έλεγες να τον γράψω στο τέτοιο μου. Βήχω. Είμαι ακόμα με αυτό το βήχα, όπως όταν κάπνιζα και το έκανα χειρότερα. Όπως αδυνατίζω και αδυνατίζω και δε με νοιάζει τίποτα, μόνο να ονειρεύομαι ότι κάτι καλό θα γίνει την επόμενη μέρα.
Η μάνα μου λέει ότι ακόμα και τα μαλλιά μου βρωμάνε τσιγάρο. Που να ‘ξερε ότι εγώ το προκάλεσα. Ξέρεις, θα το θεωρούσε χείριστο να καπνίζω. Δεν τολμάω να το πω. Ήθελε να διαβάσει τι γράφω. Ήθελα πολύ να ξεστομίσω “mparmpounaki.com”, όμως ξέρω ότι την επόμενη μέρα θα το μετάνιωνα. Κι έτσι, έμεινε με την απορία.
Όταν “δόθηκα” στο δικηγόρο για χάρη της και πλήγωσα το βιβλιαράκι του πρίγκηπά μου, για να καταλάβει την πλευρά από την οποία βλέπω εγώ τα πράγματα, εκείνη πήρε τα 300 από τα 1000 ευρώ της πίσω κι ο εχθρός γύρισε σπίτι όλο υποσχέσεις ότι θα είναι καλός. Τώρα, σαν μη συνέβη τίποτα χθες, με προδίδει. Μιλάει μαζί του για κάτι που βλέπουν στην τηλεοράση κι εγώ κλεισμένη στο δωμάτιό μου, γράφω τα εσώψυχά μου με την ελπίδα ότι κάπου στον κόσμο υπάρχει μία τουλάχιστον ψυχή που με καταλαβαίνει κι έχει κάτι ουσιαστικό να μου πει. Κάπου υπάρχει κάποιος που μπορεί και θέλει να με κάνει καλά.
Χρειάζομαι μία αγκαλιά. Τίποτα άλλο. Αυτή τη στιγμή, θα μπορούσα να βαράω ηρωίνες, να σνιφάρω κόκα, να χορεύω μ’όποιον να ‘ναι και να παίζω με την ψυχολογία μου. Δε θα άλλαζε τίποτα όμως εδώ. Πάλι θα έπρεπε να βγάλω τα παπούτσια πριν μπώ. Πάλι θα ένιωθα ντροπή για το μεγάλο στήθος μου, για τον κώλο μου, για τα χείλια μου, για όσα έχουν γίνει και που η μάνα μου με πρόδωσε. Είμαι ή δεν είμαι μόνη μου;
Είναι άδικο να προσπαθείς να προστατεύσεις τον εαυτό σου, να έχεις μάθει από μόνος σου τί είναι σωστό και τί όχι και πάλι οι άλλοι να μην καταλαβαίνουν. Είμαι τόσο έξω από αυτό που οι άλλοι ξέρουν κι ενώ από τη μία χαίρομαι, νιώθω παράξενα διαφορετική.
Η θεία μου η Μαρία μου είπε “κοίτα να κάνεις σεξ με πολλούς άντρες για να μη σκέφτεσαι ότι αυτό το πράγμα συνδέεται με τον πατέρα σου”. Κι αυτό επειδή τον είχα δει στον ύπνο μου να με βιάζει, πράγμα το οποίο είναι το χειρότερο που φοβάμαι να μου συμβεί ποτέ.
Πιστεύω πως καταντώ κουραστική για κάποιον που με διαβάζει συχνά, αλλά -ρε φίλε- όπου κι αν είσαι, κάνε κάτι. Δηλαδή, παρακαλώ τον θεό (ας πούμε) να γίνει κάτι και να νιώσω μια αλλαγή, να μου κοπεί κι αυτός ο βήχας, που πλεόν θεωρώ ότι μπορεί να είναι και ψυχολογικά εγκατεστημένος στα πνευμόνια μου. Πνίγομαι.
Filed under My Thoughts | Comment (0)Fairytale Gone Bad
Υπάρχουν οι ανθρωποι που αξίζουν κι εκείνοι που κοστίζουν όσο ένα καλσόν. Το δικό μου. 4,80 ευρώ. Με το που πέφτει η κάφτρα του τσιγάρου επάνω τους, κάνουν τρύπα.
Δεν υπάρχει ο πρίγκηπας. Δεν υπηρξε ποτέ. Μην τολμήσει να με ξαναεπισκεφθεί στ’όνειρό μου. Ακούω “μόνο στα όνειρα”, απογοητευμένη. Κάποια στιγμή θα μου πουν οι φίλες μου “τον είδα, τη φίλησε πεταχτά”. Και τότε θα το παίξω άνετη. Κούλ. Κούλ μπέιμπε, κούλ. Όμως το καλσόν μου σκίστηκε, όπως και η ψυχή μου. Μ’ένα τσιγάρο. Μ’ένα χορό. Σιχάθηκα. Σιχάθηκα τις αναμνήσεις μου, σιχάθηκα τον εαυτό μου, τα πάντα. Ήθελε να φύγει και το έκανε.
Θα το θυμάμαι αύριο, θα το θυμάμαι πάντα. Θέλω να βάλω τα κλάματα, όμως για πρώτη φορά, ξέρω ότι δεν αξίζει. Ούτε 4,80 ευρώ. Και χαίρομαι που το έζησα όπως το έζησα. Με τις ελπίδες, τα όνειρα, όλα αυτά. Θα είμαι πάντα το Κατερινάκι. Αλλά μόνο σ’αυτούς που αξίζουν να φτάσουν βαθιά μου. Είτε σαρκικά, είτε ψυχικά, είτε όπως στο διάολο το ονομάζει ο καθένας. Don’t Know Any Better, μόνο για μένα και για το Βασίλη το φίλο μου που γιόρταζε και του αρέσει αυτό το τραγούδι. Και εκεί που λέει “falling for you” μπορεί να μου ρχεται να δακρύσω, αλλά –ρε πούστη- δε θα το κάνω..
Αν έκανε κι ο πρίγκηπας κάτι καλό, ήταν να αγαπήσω τον εαυτό μου και να πιστέψω σε ό,τι μου έλεγε.. Ότι είμαι το καλύτερο πλάσμα που έχει γνωρίσει..
Δάκρυσα. Για πάρτη μου όμως. 32 δευτερόλεπτα το ρεφραίν που με ξυπνάει, το ρεφραίν που χτυπούσε το κινητό μου ως τώρα. Από το “τραγούδι μας”. Εγώ το έκανα δικό “μας”. “Σε λατρεύω” ρε μαλάκα, όπως μου το ‘λεγες εσύ. Σε λατρεύω. Κι ας μην υπάρξεις ποτέ.
…
Σκέφτομα αυτό που λένε όλοι οι “απέξω”, να γράψω βιβλίο, μια ιστορία. Τί να γράψω; Τι να πρωτογράψω; Όταν πονάς, δε σκέφτεσαι ότι οι άλλοι το βλέπουν σαν τέχνη αυτό που κάνεις. Δεν καταλαβαίνεις και δεν πιστεύεις ότι από αυτό θα μπορούσες να ζείς, να βγάζεις λεφτά. Ποιος τα γαμάει τα λεφτά; Πονάω. Κάτι που ήλπιζα πως υπάρχει, πέθανε. Τελείωσε. Και, γαμώτο, κλαίω για κάτι που δεν υπήρξε ποτέ. Αυτό είναι το χειρότερο.
Έπαιζε το Chasing Cars όταν του είπα ότι τον αγαπάω. Και μου είπε “ξέρεις πόσο σκεφτόμουν κι εγώ να σ’το πώ;” Ναι, πριγκηπάκο μου.. Ναι, ξανθέ μου πρίγκηπα, δε το είπες, όμως. Δε θα το έλεγες ποτέ. Ακόμα κι αν ήξερες ότι την επόμενη μέρα θα πέθαινα. Από τον εγωισμό σου, από τη μαγκιά σου, από όλα αυτά που μας κάνουν να μοιάζουμε και να διαφέρουμε, για να ταιριάζουμε, τώρα ξέρω ότι δε θα το έλεγες. Εγώ στα λόγια, εσύ στην πράξη. Έτσι θα είναι πάντα. Η Νεφέλη θα με βάζει να λέω και να κάνω ό,τι νιώθω και στο τέλος θα μένω μόνη.
Σ’ευχαριστώ γιατί ήταν όμορφο ό,τι έζησα.
Αλλά μην τολμήσεις να ξαναρθεις στ’όνειρό μου.
Απλά μην τολμήσεις γαμώτο..
29.12.07. Δεν λέω τι ώρα είναι.. Ξημερώματα.
Filed under My Thoughts | Comments (7)no title
Κάτι φορές δε σε φτιάχνουν ούτε τα τραγούδια, ούτε οι μπύρες, ούτε οι φίλοι. Θες να μείνεις μόνος. Να μη ζήσεις τίποτα, να πατήσεις Pause και να υπάρξει ησυχία. Έτσι νιώθω τώρα. Θέλω να μιλήσω, να πω όσα σκέφτομαι, όμως είναι πολύ μακριά η αγαπημένη μου φαντασία από την πραγματικότητα. Πλησιάζω στο να ανοιχτώ επιτέλους και μετά χάνονται όλα. Χάνεται η ουσία, οι σκέψεις.. Γίνονται ανθρώπινες σχέσεις, εξάρτηση. Πιάνομαι από τους άλλους κι όταν φεύγουν, γκρεμίζομαι. Πάλι κολλάει το μυαλό.. Σκέφτομαι να αφεθώ και να κοιμηθώ, να ξεκουραστώ. Αφού έτσι κι αλλιώς, όλα αυτά είναι αποτέλεσμα όλων όσων έζησα τη μέρα που πέρασε και χρειάζομαι ηρεμία. Αλλά και στον ύπνο μου φοβάμαι για το τι θα με περιμένει. Σε ποιον ψεύτικο κόσμο θα μπω απόψε; Ποιος φανταστικός άντρας θα μου κάνει συντροφια; Και ως πότε θα ονειρεύομαι ότι έχω τον Τέλειο να με λατρεύει; Αφού το βλέπω, το ξέρω ότι δεν είναι έτσι, γιατί συνεχίζω να το σκέφτομαι; Ποτέ δεν πρόκειται να υπάρξει αυτό το πλάσμα.
. . .
Ξαπλώνω μπρούμυτα, που είναι το αγαπημένο μου για να κοιμηθώ και όπως κλείνω τα μάτια, θέλω να νιώσω μόνη. Δεν περιμένω χαζές εκπλήξεις πια.
. . .
Η επόμενη μέρα. 23 Δεκεμβρίου, 18:57. Ήρθε ο κύριος στον ύπνο μου. Τον φίλησα στο μάγουλο και μου είπε “φιλικό;”.. Άρχισα να χτυπιέμαι μέχρι που ξύπνησα και πέρασαν ώρες μέχρι να ηρεμήσω. Τέλεια μέρα, ζεστή. Ο ήλιος έλαμπε και τα μαλλιά μου ήταν αχτένιστα και μπερδεμένα. Φτιάχτηκα όπως όπως, δούλεψα λίγο κι ύστερα βγήκα βόλτα στο Ναύπλιο. Σα να μην έζησα τίποτα. Το μόνο που μου άρεσε ήταν το ηλιοβασίλεμα. Εκεί, ναι, ένιωσα όμορφα, αλλά κράτησε πόσο; 10 λεπτά; Όσο κρατάει. Μια μελαγχολία, μία ανάγκη να πεθάνω στα γέλια. Αυτό έχω. Θέλω να γελάσω. Όχι εις βάρος κάποιου, απλά να γελάσω.
Δε θα αντέξω να μείνω μόνη. Δε θα αντέξω ποτέ ξανά.
Lil Prince, where are you?
Είναι οι μέρες των δώρων. Κάποτε χαιρόμουν αν μου έπαιρναν οι γονείς μου κάτι για τα Χριστούγεννα. Τώρα χαίρομαι περισσότερο όταν δίνω εγώ δώρα στους άλλους. Περίεργο. Κι όμως μ’αρέσει να κάνω τους άλλους να χαμογελούν πρώτοι. Αυτό κάνει εμένα χαρούμενη. ‘Η όταν μου πειράζουν το κεφάλι και ανακατεύονται τα μαλλιά και με λένε χαζούλα. Τόσο πολύ χαίρομαι!..
Χάνομαι όμως πάλι.. Σκέφτομαι όσα έζησα τις τελευταίες μέρες. Τόσα πολλά συναισθήματα και εγώ πλέον τόσο άδεια. Τί κάνεις όταν δεν ξέρεις ΤΙ ΑΛΛΟ να κάνεις; Νιώθεις ότι τα έχεις δοκιμάσει όλα, να σώσεις και να σωθείς, και πάντα γίνεται όλο και πιο περίπλοκο. Δεν μπορείς να το αντιμετωπίσεις. Σα να πίνεις και να μην μπορείς να περπατήσεις. Να θες, αλλά να μην μπορείς, να μη σε αφήνει κάτι σαν ένστικτο. Γιατί ξέρεις μέσα σου ότι αν κάνεις ΕΝΑ βήμα, θα πέσεις. Και να συνεχίσεις να πίνεις και μετά να κοιμάσαι.
Και να έρχεται στον ύπνο σου ο πρίγκηπας που σε ταλαιπωρεί κανά μήνα και σε λέει “Καίτη” και σε έχει στην αγκαλιά του. Και πρόσωπο δεν έχει. Έχει μια μυρωδιά οικεία μόνο σε μένα. Ένα χρώμα στο δέρμα, που με καλεί κοντά του να το γευτώ. Κάθε επόμενη φορά είναι όλο και πιο καλός.
Δε το πιστεύω ότι έχω κάποιον στη σκέψη, στη φαντασία μου και ζω μαζί του ένα μεγάλο έρωτα ενώ κοιμάμαι..
22 Δεκεμβρίου και πλέον δεν μετράω τις μέρες. Δε θέλω να φύγω. Δε θέλω να φεύγω, δε φοβάμαι, δεν πονάω όπως παλιά.
..Κολλάω. Δεν ξέρω τί να γράψω. Στερεύω. Νιώθω σαν κάποιος να μου έχει ρουφήξει το μυαλό. Υπάρχουν σκέψεις που δε μπορώ να πω, δε μπορώ να γράψω. Μόνο πράξεις θα μπορούσα να τις κάνω. Ξαφνικά μετράνε οι πράξεις. Εκεί που μόνο έγραφα, κάτι κάνω. Κάνω μάλλον πολλά. Μετακινούμαι, ψάχνω, μιλάω, χαμογελάω, προκαλώ, περιμένω. Ζω. Κλείνω τα μάτια μου και συνειδητοποιώντας πόσο μόνη έμεινα, θυμάμαι τα λόγια των φίλων που έρχονται και φεύγουν να λένε “όποτε με χρειαστείς θα είμαι εδώ”. Όλα αυτά τα ψέματα, “πάρε τηλέφωνο να πάμε για καφέ”. Και το τηλέφωνο δεν απαντάει. Και σταματάς να περιμένεις, να ελπίζεις ότι θα χτυπήσει η πόρτα και θα μπει η πρώην κολλητή σου να σε αγκαλιάσει ή ότι θα χτυπήσει αυτό το ρημαδιακό τηλέφωνο. Και με τα μάτια κλειστά, περνάς το δεξί σου χέρι πίσω να πιάσει την πλάτη και το αριστερό να ακουμπήσει στο δεξί ώμο. Και έτσι κανεις αγκαλίτσα τη Νεφέλη. Και περιμένεις να κοιμηθεις, να ζήσεις λίγο τον πριγκηπάκο σου.
Άσπρο ή μαύρο
Διπρόσωποι. Μαύρα και άσπρα χαρτιά πεταμένα στη φωτιά. Πεταμένα στη θάλασσα, πεταμένα στον αέρα.. Τα άσπρα γράφουν “ΣΥΓΓΝΩΜΗ” και τα μαύρα “ΣΕ ΜΙΣΩ”. Έπιασα όσα μπορούσα και τα διάβασα..
Τόσο μίσος στα χέρια μου είχα καιρό να νιώσω. Τσαλάκωσα όσα μαύρα μπόρεσα και τα έριξα στη φωτιά. Στις σπίθες και στον καπνό της ξεπετάγονταν σαν καμένο καλαμπόκι νέα λευκά χαρτιά που έφταναν ως τον ουρανό και έγραφαν “ΣΥΓΓΝΩΜΗ”.. Παγίδα. Ήμουν σίγουρη ότι από την πίσω πλευρά, που δεν έβλεπα, ήταν μαύρο. Θα έπεφταν πάνω μου και θα κολλούσαν στο στήθος μου να με ξεκάνουν. Το γκρίζο τοπίο σκούραινε με το χρόνο και το μόνο χρωματιστό που είχε μείνει ήταν τα χείλη μου. Ροζ, θαμπά, ξεφλουδισμένα σχεδόν, μισά απ’το παλιό τους σχήμα, έμεναν να μου θυμίζουν ότι κάποτε ήμουν ευτυχισμένη.
Στη μέση του πουθενά και παραδομένη στον χάρτινο κόσμο μου, ξαπλώνω στην άμμο και κοιτάζω τον ουρανό, που τώρα ο ήλιος του δε φαινόταν. Εκατομμύρια χαρτιά σκέπαζαν τον κόσμο αυτό και όλα έγραφαν ΣΥΓΓΝΩΜΗ. Έβγαλα το παιχνιδάκι μου από την τσέπη της ζακέτας και άρχισα να κάνω φούσκες με την ελπίδα ότι κάτι θα άλλαζε στα μάτια μου. Ο αέρας όμως φυσούσε δυνατά και στο πρώτο “φου” δεν έγινε τίποτα.. Το σαπούνι στο μπουκαλάκι μου μαύρο. Ξαναφυσάω, ξαναφυσάω.. τίποτα. Βουτάω ξανά το πλαστικό βουρτσάκι στο σαπούνι και φυσάω πάλι..
Στο γεμάτο χάρτινο ουρανό μου υπήρχε και ένα μαύρο χαρτί τώρα.. Ένα δικό μου μαύρο.. Ίδιο με εκείνα που έκαιγα πιο πριν..Όσο απομακρυνόταν από μένα, τόσο μεγάλωνε.. Και μεγάλωνε.. Πετούσε μακριά και τύλιγε στο σκοτάδι του όλα τα φωτεινα άσπρα που με είχαν περικυκλώσει. Η χαρά μου ήταν μεγάλη.. Ένιωσα τα χείλη μου να στεγνώνουν και η δίψα μου μεγάλωνε όσο σκοτείνιαζε ο ουρανός. Άγγιξα το στόμα με τα δάχτυλά μου και τα μαδημένα πλέον χείλια μου μού έδιναν αίμα. Ο αέρας με στέγνωνε ακόμα πιο πολύ τώρα και με το φύσημά του δεν ένιωθα πόνο. Το σκοτάδι δεν ήταν γκρίζο, ήταν μαύρο πια.
Κι εγώ ετυτυχισμένη που δε με κοροιδεύουν. Μπορούσα να εξαφανιστώ τώρα. Μπορούσα να κάνω ό,τι θέλω, τώρα που βλέπω την αλήθεια τους. Σηκώθηκα και γλείφοντας τα χείλη μου, ο άνεμος πήρε τη γλώσσα μου. Πόνεσα. Ήξερα ότι δε θα μπορούσα να ξαναμιλήσω.. Έβγαλα ένα στυλό και έκοψα ένα κομμάτι χαρτί από την παραλία. Ζωγράφισα έξι γιασεμιά και εκείνα πήραν την κατάλληλη μορφή να μοιάσουν αληθινά. Τα άφησα στην πόρτα της Δέλτα180788 και γύρισα στη θέση μου. Αφέθηκα στον άνεμο.. Ήθελα μέρες τώρα να εξαφανιστώ. Επιτέλους.. Δε ένιωθα τίποτα παρά μόνο κρύο.
Μετα από λίγο ξεφλούδισε το στόμα μου και κομμάτια του προσώπου μου έφυγαν.. Τα μαλλιά μου πέταξαν μακριά.. Τα νύχια μου ξεριζώθηκαν.. Έγινα σκόνη..
Ένα με την άμμο, ένα με τη θάλασσα.
Χάρτινη σαν ψέμα, ψέμα σαν συγγνώμη..
Κάτι
Κάποιος έρχεται στον ύπνο μου και με λέει “Καίτη”.. Και με αγκαλιάζει και κάνουμε παρέα.. Κάτι γίνεται και δε νιώθω τόσο μόνη. Ό,τι κι αν είναι αυτό, με κάνει να χαμογελάω. Μακάρι να ρθει κι απόψε! Χιχι..
Filed under My Thoughts | Comment (0)V-Sag - Plausibility
Έκλεισα τα μάτια και σαν να κόλλησαν με τα δάκρυα, δεν ήθελα να τα ξανανοίξω. Ήταν τόσο μοναδική η στιγμή, σα να ήμουν σε τρένο ή λεωφορείο, έξω να έχει τον απογευματινό πορτοκαλί ήλιο να φαίνεται μέσα από τα δέντρα. Θα ‘ρθει αυτή η στιγμή, το ξέρω..
“Φύγε τώρα” να τα ανοίξω.
έτσι..